Οι λειτουργίες και η χρησιμότητα των υδάτινων οικοσυστημάτων
Κάθε μορφή ζωής στον πλανήτη —περιλαμβανομένων των οικοσυστημάτων, της κοινωνίας και της οικονομίας μας— εξαρτάται από το νερό. Τα οικοσυστήματα θαλάσσιων και γλυκών υδάτων επιτελούν πολλές ζωτικές λειτουργίες:
- φιλτράρουν, αραιώνουν και αποθηκεύουν νερό
- προλαμβάνουν τις πλημμύρες
- διατηρούν τη μικροκλιματική ισορροπία σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο
- διαφυλάττουν τη βιοποικιλότητα.
- Αμφότερα τα είδη οικοσυστημάτων παρέχουν ευρύ φάσμα προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς και φυσικούς πόρους,
εμπορικές και μεταφορικές οδούς και ευκαιρίες αναψυχής.
Η προστασία αυτών των αγαθών απαιτεί μια εξίσου ευρεία προοπτική. Οι πολιτικές για το υδάτινο και το θαλάσσιο περιβάλλον πρέπει να ενσωματωθούν στις πολιτικές για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και για τη βιοποικιλότητα, καθώς και σε πολιτικές για διάφορους συναφείς τομείς, όπως η γεωργία, ο τουρισμός, η ενέργεια και οι μεταφορές.
Η πίεση που ασκείται στους πόρους γλυκού νερού της Ευρώπης αυξάνεται διαρκώς, ενώ οι παράκτιες περιοχές και οι θάλασσές της έχουν αλλοιωθεί σημαντικά με την πάροδο των αιώνων εξαιτίας της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η κατάσταση αυτή έχει προκαλέσει περιβαλλοντικές αλλαγές στα παράκτια και θαλάσσια οικοσυστήματα, όπως ρύπανση των υδάτων και ευτροφισμό (εμπλουτισμό των υδάτων με μεγάλες ποσότητες θρεπτικών συστατικών), απώλεια της βιοποικιλότητας, υποβάθμιση του τοπίου και διάβρωση των ακτών.
Πιέσεις όπως η χρήση της γης, η άντληση νερού και η αλλαγή του κλίματος μπορούν να αλλοιώσουν τα φυσικά συστήματα ροής των υδάτινων μαζών. Επιπλέον, σε ορισμένες περιοχές η χρήση του νερού συχνά υπερβαίνει τη διαθεσιμότητά του, με αποτέλεσμα την καταπόνηση των υδάτινων μαζών. Πρέπει να βελτιώσουμε τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε και διαχειριζόμαστε τα
θαλάσσια και γλυκά ύδατα, αν θέλουμε να εξακολουθήσουμε να απολαμβάνουμε τα οφέλη των ζωτικής σημασίας υπηρεσιών που προσφέρουν τα υδάτινα οικοσυστήματα.
Πηγή: https://www.eea.europa.eu/el/themes/water/intro
Τα υδατικά οικοσυστήματα
Παρατηρώντας αλλά και ζώντας πάνω στον πλανήτη Γη, θα διαπιστώσουμε ότι υπάρχουν δυο διακριτά οικοσυστήματα.
• Τα χερσαία οικοσυστήματα και
• Τα υδατικά οικοσυστήματα.
Τα δεύτερα μπορούν να διακριθούν:
• Σε επιφανειακά και
• Σε υπόγεια.
Τα επιφανειακά υδατικά οικοσυστήματα επιπλέον διακρίνονται:
Σε αυτά του γλυκού νερού ή εσωτερικών υδάτων τα οποία χαρακτηρίζονται ως:
– Ρέοντα (π.χ. ποτάμια) και
– Στάσιμα (π.χ. λίμνες).
Σε αυτά του αλμυρού νερού ή παράκτια ύδατα (θάλασσες και λιμνοθάλασσες) και
• Στους υγροτόπους.
Ο ορισμός ενός οποιουδήποτε οικοσυστήματος προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιου ορίου. Το γεωγραφικό όριο είναι η πιο απλή περίπτωση.
Τελικά όμως, επειδή τα όρια δεν είναι πάντα γεωγραφικά, οι παράμετροι που «ορίζουν» ένα οικοσύστημα είναι δύο:
• Η ροή ενέργειας και
• Η ροή της ύλης.
Ο λόγος που γίνεται η διάκριση των υδατικών οικοσυστημάτων σε διάφορους τύπους (τυπολογία), γίνεται κυρίως για διδακτικούς σκοπούς αφού διευκολύνεται η περιγραφή τους αλλά περισσότερο η μελέτη τους.
Εξάλλου, πάνω σε αυτή τη διάκριση στηρίζεται και η διαχείριση τους στην Ε.Ε, βάση νομικών κειμένων, εξειδικεύοντας, τόσο τις δράσεις όσο και τα μέτρα προστασίας τους.
Βασικό και θεμέλιο λίθο στην κατανόηση αυτής της τυπολογίας των υδατικών οικοσυστημάτων αποτελεί και η έννοια της βιοκοινωνίας. Η βιοκοινωνία αποτελεί το σύνολο των πληθυσμών διαφόρων ειδών οργανισμών (φυτών και ζώων) και μικροοργανισμών που ζουν στο ίδιο περιβάλλον (βιοκοινότητα), αλλά και το σύνολο των σχέσεων που οι οργανισμοί αυτοί αναπτύσσουν μεταξύ τους. Αυτές οι σχέσεις μπορεί να είναι τροφικές, ανταγωνιστικές, συνεργασίας, παρασιτικές και άλλες.
Ένα υδατικό οικοσύστημα μπορεί να οριστεί ως μία ενότητα πάνω στη γη που περιλαμβάνει: Τον τόπο και τα χαρακτηριστικά του (έδαφος, κλίμα, υγρασία, θερμοκρασία, ήλιος) και Το σύνολο των πληθυσμών που ζουν σε αυτόν (μικροοργανισμοί, φυτά και ζώα). Τις αλληλεπιδράσεις όλων των παραπάνω (ανταλλαγές ύλης και ενέργειας) . Μια λίμνη, ένας ωκεανός, αλλά ακόμη και ένα ενυδρείο μπορούν να εξετασθούν ως υδατικά οικοσυστήματα.
Η διάκριση των υδατικών οικοσυστημάτων σε τύπους γίνεται συνήθως για λόγους διδακτικούς, Η διαχείριση υδατικών οικοσυστημάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση προσεγγίζει το θέμα ανάλογα με τους διάφορους τύπους υδάτων εξειδικεύοντας τις δράσεις ή τα μέτρα προστασίας. Οι κυριότεροι τύποι υδατικών οικοσυστημάτων είναι:
1. Οικοσυστήματα σε παράκτια ύδατα: Θάλασσες, Λιμνοθάλασσες
2. Οικοσυστήματα εσωτερικών υδάτων: Λίμνες, Ρέοντα ύδατα
3. Υγρότοποι
Βιοποικιλότητα – Οικολογία
Βιοποικιλότητα, ή βιολογική ποικιλότητα, ονομάζεται το σύνολο των γονιδίων, των βιολογικών ειδών και των οικοσυστημάτων μιας περιοχής. Ο μεγάλος αριθμός και η ποικιλομορφία των σύγχρονων μορφών ζωής στη Γη είναι το αποτέλεσμα εκατοντάδων εκατομμυρίων χρόνων εξελικτικής ιστορίας.
Σύμφωνα με την Ελληνική Νομοθεσία: "Βιολογική ποικιλότητα ή βιοποικιλότητα είναι η ποικιλία των ζώντων οργανισμών πάσης προελεύσεως, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των χερσαίων, θαλασσίων και άλλων υδατικών οικοσυστημάτων και οικολογικών συμπλεγμάτων, των οποίων αποτελούν μέρος. Θ, περιλαμβάνεται η ποικιλότητα εντός των ειδών, μεταξύ ειδών και οικοσυστημάτων (άρθρο 2 του ν. 2204/1994, ΦΕΚ 59 Α΄). Στόπ βιολογική ποικιλότητα περιλαμβάνεται, τέλος, η ποικιλότητα των γονιδίων μέσα και μεταξύ των ειδών.
Σήμερα παρατηρείται μείωση της βιοποικιλότητας στον πλανήτη, γεγονός που οφείλεται σε μια σειρά από αιτίες όπως η ρύπανση του περιβάλλοντος, η καταστροφή των δασών, η ερημοποίηση των εδαφών, η ρύπανση των υδάτων και η αυξημένη θήρευση.
Η μείωση της βιοποικιλότητας και η εξαφάνιση ειδών που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμη μειώνει τη σταθερότητα των οικοσυστημάτων, αλλά και στερεί τον άνθρωπο από ουσίες που πιθανώς να αποδειχθούν πολύτιμες για την προστασία της υγείας του, όπως φάρμακα για την αντιμετώπιση σπάνιων ασθενειών. (Πηγή: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ)
Η βιοποικιλότητα αναφέρεται στη διακύμανση μεταξύ ζωντανών οργανισμών σε διάφορες πηγές, συμπεριλαμβανομένων των χερσαίων, θαλάσσιων και άλλων υδρόβιων οικοσυστημάτων και των οικολογικών συμπλοκών στα οποία ανήκουν. Αυτή η μεταβλητότητα εμφανίζεται μεταξύ των ειδών και περιλαμβάνει την ποικιλομορφία των οικοσυστημάτων. Η βιοποικιλότητα αποτελεί τη βάση ευρέων υπηρεσιών οικοσυστήματος και είναι πολύ σημαντική.
Η βιοποικιλότητα είναι η βάση των υπηρεσιών οικοσυστήματος όπου η ανθρώπινη ευημερία σχετίζεται στενά. Τα οικοσυστήματα ζωντανών οργανισμών και άψυχων όντων που καταλαμβάνουν τη γη και τις θάλασσες της γης είναι εξαιρετικά περίπλοκα και δυναμικά. Αυτό το στρώμα ζώντων οργανισμών που ονομάζεται βιόσφαιρα συνδυάζει φυσικά, χημικά, την ατμόσφαιρα, τη γεωσφαιρία και την υδροσφαίρα με τις κοινές μεταβολικές δραστηριότητες αμέτρητων φυτών, ζώων και μικροβίων και δημιουργεί ένα ενιαίο περιβαλλοντικό σύστημα στο οποίο ζουν εκατομμύρια είδη, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων. Οι υπηρεσίες οικοσυστήματος παρέχουν αναπνεύσιμο αέρα Αυτό περιλαμβάνει πόσιμο νερό που καταναλώνεται, καλλιεργούμενες εκτάσεις, εύφορες θάλασσες και άλλες υπηρεσίες.
Η βιοποικιλότητα σχετίζεται με πολλές πτυχές της βιοποικιλότητας. Περιλαμβάνει ολόκληρη τη ζωή των φυτών και των ζώων σε μια συγκεκριμένη περιοχή ή περιβάλλον και με την οικολογική και γενετική ποικιλομορφία του. Η παραλλαγή αυτών των διαστάσεων ποικιλίας ανά χώρο και χρόνο είναι βασικό χαρακτηριστικό της βιοποικιλότητας.
Μερικές φορές θεωρείται ότι μόνο τα μη διαχειριζόμενα οικοσυστήματα όπως η βιοποικιλότητα, οι περιοχές άγριας φύσης, τα φυσικά καταφύγια ή τα εθνικά πάρκα είναι ένα σημαντικό χαρακτηριστικό, αλλά αυτό δεν ισχύει. Η βιοποικιλότητα περιλαμβάνει όλα τα οικοσυστήματα.
Η βιολογική ποικιλότητα ή βιοποικιλότητα αναφέρεται στην ποικιλία των μορφών της ζωής, «αγκαλιάζει» όλη τη ζωή στον Πλανήτη: τα φυτά, τα ζώα και τους μικροοργανισμούς, τα γονίδια που περιέχουν, τα οικοσυστήματα που σχηματίζουν.
Η βιοποικιλότητα μπορεί να ταξινομηθεί σε τρεις βασικούς τύπους-επίπεδα:
• γενετική ποικιλότητα (το γονιδίωμα), δηλαδή το εύρος των κληρονομικών καταβολών ενός συγκεκριμένου είδους.
• ποικιλότητα των ειδών, δηλαδή το πλήθος των ειδών φυτών, ζώων, βακτηρίων που υπάρχουν σε μια συγκεκριμένη περιοχή.
• ποικιλότητα οικοτόπων (οικοσυστημάτων και τοπίων).
Η προστασία κάθε επιπέδου εξαρτάται από την προστασία του προηγούμενου ή επόμενου επιπέδου.
Γιατί είναι σημαντική η βιοποικιλότητα;
Η βιοποικιλότητα είναι αναγκαία για τη διατήρηση της ζωής πάνω στη Γη, καθώς αποτελεί το θεμέλιο του τεράστιου φάσματος των αγαθών και υπηρεσιών που παρέχουν τα οικοσυστήματα και που συμβάλλουν καθοριστικά στην ευημερία του ανθρώπου. Οι αποφάσεις του ανθρώπου που επηρεάζουν τη βιοποικιλότητα, επηρεάζουν την ευημερία του ίδιου και των άλλων οργανισμών.
Ως υπηρεσίες των οικοσυστημάτων ορίζονται οι διεργασίες και λειτουργίες που παρέχονται από το φυσικό περιβάλλον και ωφελούν τον άνθρωπο. Οι υπηρεσίες που παρέχουν τα φυσικά οικοσυστήματα ταξινομούνται σε τέσσερις κατηγορίες:
1. Παραγωγικές, όπως η παραγωγή τροφίμων, καυσίμων, ινών και φαρμάκων.
2. Ρυθμιστικές, όπως η ρύθμιση της ποιότητας και ποσότητας των υδάτων, του αέρα και του κλίματος.
3. Υποστηρικτικές/Προστατευτικές, όπως η διατήρηση της γονιμότητας του εδάφους και του κύκλου των θρεπτικών στοιχείων, η πρωτογενής παραγωγή.
4. Πολιτιστικές/Πνευματικές, όπως η εκπαίδευση, ο οικοτουρισμός, η υπαίθρια αναψυχή.
Οικολογική ωφέλεια
• Δέντρα – θάμνοι: δέσμευση CO2 από την ατμόσφαιρα, παραγωγή οξυγόνου, εδαφογένεση, παροχή ενδιαιτήματος και τροφής για άλλα φυτά, ζώα, μύκητες και μικροοργανισμούς.
• Έντομα, νυχτερίδες, πουλιά (και άλλα ζώα):Σημαντικά για τη γονιμοποίηση των φυτών (επικονιαστές).
• Παράσιτα – αρπακτικά: φυσικός έλεγχος των πληθυσμών.
• Γαιοσκώληκες – βακτήρια:ανακύκλωση της οργανικής ουσίας του εδάφους, διατήρηση της γονιμότητας και της παραγωγικότητας των εδαφών.
• Δάση: συγκράτηση αέριων ρύπων (βασικός παράγοντας στη μείωση της παγκόσμιας αλλαγής του κλίματος), τροποποίηση πλημμυρικών και διαβρωτικών φαινομένων, ανάσχεση θορύβων, στήριξη τροφικών πλεγμάτων κ.λπ.
• Υγρότοποι:αποθήκευση νερού, στήριξη τροφικών πλεγμάτων, εμπλουτισμός υπόγειων υδροφορέων, παγίδευση ιζημάτων και τοξικών ουσιών, τροποποίηση πλημμυρικών φαινομένων κ.λπ.
Οικονομική ωφέλεια
• Τρόφιμα: είδη αποτελούν αντικείμενο θήρας, αλίευσης, συλλογής (π.χ. μούρα, μανιτάρια, χόρτα, σαλιγκάρια), καλλιέργειας και υδατοκαλλιέργειας.
• Καύσιμα: η ξυλεία και ο άνθρακας είναι μόνο δύο παραδείγματα των φυσικών πόρων που χρησιμοποιούνται για παραγωγή ενέργειας.
• Στέγαση/Προστασία:ξυλεία και άλλα δασικά προϊόντα χρησιμοποιούνται ως οικοδομικά και κατασκευαστικά υλικά, ίνες (π.χ. μαλλί, βαμβάκι) και δέρματα καλύπτουν τις ανάγκες ένδυσης-υπόδησης.
• Φάρμακα: φυσικά/παραδοσιακά ή ως προϊόν επεξεργασίας προέρχονται από τη βιοποικιλότητα, π.χ. η πενικιλίνη παράγεται από τη μούχλα, η κωδεΐνη προέρχεται από παπαρούνες, η ασπιρίνη παρασκευάζεται από τον φλοιό της Λευκής Ιτιάς (Salix alba - σαλικυλικό οξύ).
Κοινωνική ωφέλεια
• Έρευνα, εκπαίδευση, παρακολούθηση: Υπάρχουν ακόμη πολλά που πρέπει να μάθουμε σχετικά με το ποια και πόσα είδη υπάρχουν, πώς θα αξιοποιήσουμε με τον καλύτερο τρόπο τους βιολογικούς πόρους, πώς θα διατηρήσουμε τη γενετική βάση των ειδών, πώς θα αποκαταστήσουμε υποβαθμισμένα οικοσυστήματα κ.λπ. Οι φυσικές περιοχές αποτελούν εξαιρετικά ζωντανά εργαστήρια για πολύτιμη έρευνα σε ποικίλους τομείς των βιολογικών επιστημών (οικολογία, εξέλιξη κ.λπ.).
• Αναψυχή & τουρισμός: Η βιοποικιλότητα αποτελεί επίκεντρο για τον τουρισμό και τις αναψυχικές δραστηριότητες, οι οποίες έχουν ήδη επεκταθεί ραγδαία στα φυσικά περιβάλλοντα και συχνά αποτελούν τη βασική πηγή εισοδήματος για τον τοπικό πληθυσμό. Οι άνθρωποι εκτιμούν την αξία των περιοχών αυτών στο πλαίσιο μιας ποικιλίας ενδιαφερόντων: βιντεοσκόπηση, ζωγραφική, φωτογράφηση, παρατήρηση πουλιών, οικολογική επιτόπια μελέτη και άλλες επιστημονικές δραστηριότητες.
• Πολιτισμός: Η διατήρηση της βιολογικής ποικιλότητας έχει ιδιαίτερη σημασία για τη διαμόρφωση της πολιτιστικής ταυτότητας καθώς οι ανθρώπινοι πολιτισμοί εξελίσσονται από κοινού με το περιβάλλον τους. Επίσης καλύπτει πολλές από τις ανθρώπινες ανάγκες για έμπνευση, αισθητική, διαλογισμό και εκπαίδευση, για όλους τους πολιτισμούς του χθες, του σήμερα, αλλά και του αύριο.
- Τα φυσικά οικοσυστήματα και τα τοπία συνεισφέρουν στη συναισθηματική και πνευματική ευεξία του ανθρώπου.
- Η παρουσία ενός μεγάλου συνόλου ζώντων οργανισμών μας υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος αποτελεί μόνο ένα μέρος της Γης και ότι ανάμεσα στους οργανισμούς υπάρχουν σχέσεις αλληλεξάρτησης.
- Τα τοπία απεικονίζουν την πολιτιστική ποικιλότητα, έχουν ενσωματώσει την τοπική ιστορία και έχουν εμπνεύσει διαφορετικούς πληθυσμούς για χιλιάδες έτη.
Η πραγματική αξία της βιοποικιλότητας είναι, ωστόσο, ανυπολόγιστη, καθώς παρέχει τη δυνατότητα σε μας και σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς να επιβιώνουμε και να προσαρμοζόμαστε σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον.
Διεθνείς μελέτες και έρευνες συγκλίνουν στο ότι διασπαθίζουμε το κεφάλαιο των φυσικών πόρων της γης και θέτουμε σε κίνδυνο την ικανότητα των οικοσυστημάτων να υποστηρίξουν τις μέλλουσες γενιές. Οποιαδήποτε βραχυπρόθεσμα οφέλη προκύψουν, αναμφίβολα θα αναιρεθούν από μαζικές μακροπρόθεσμες απώλειες. Η επιδείνωση είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί μόνο εάν επέλθουν ουσιαστικές αλλαγές στην πολιτική και στην πράξη.
Η Ελλάδα, ιδιαίτερα προικισμένη, σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά τη βιοποικιλότητα, φέρει αντίστοιχο βάρος ηθικής ευθύνης για τη διατήρησή της, την αειφορική χρήση της, και τον δίκαιο και ισότιμο καταμερισμό των πλεονεκτημάτων, που θα προκύψουν από τη χρήση των γενετικών πόρων για τις γενιές που έρχονται.
ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ
Πρόδρομος της επιστήμης θεωρείται ο μαθητής και διάδοχος του Αριστοτέλη Θεόφραστος, ο οποίος περιέγραψε αλληλεπιδράσεις μεταξύ οργανισμών καθώς και μεταξύ οργανισμών και του περιβάλλοντός τους, ήδη από τον 4ο αι. π.Χ. Ο Θεόφραστος είχε παρατηρήσει ότι τα φυτά αναπτύσσονται καλύτερα στον «οικείο τόπο» τους ή, όπως θα λέγαμε σήμερα, στο κατάλληλο ενδιαίτημα. Η λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την αρμονική σχέση μεταξύ ενός οργανισμού και του περιβάλλοντός του είναι «οικείος», εκ του οίκος. Σύμφωνα με μερικούς ιστορικούς, αυτή η έκφραση του Θεόκριτου ήταν που ενέπνευσε τους αρχαιομαθείς Γερμανούς επιστήμονες του 19ου αιώνα να συνθέσουν τη λέξη «οικο-λογία».
Η οικολογία θεωρείται συνήθως κλάδος της βιολογίας, της γενικής επιστήμης που μελετά τους οργανισμούς. Οι οργανισμοί μπορούν να μελετηθούν σε διάφορα επίπεδα: στο επίπεδο των μορίων, στο επίπεδο των κυττάρων, στο επίπεδο των ατόμων, στο επίπεδο των πληθυσμών, των κοινοτήτων και των οικοσυστημάτων, μέχρι και στο επίπεδο του συνόλου της βιόσφαιρας. Τα τελευταία επίπεδα αποτελούν τα κύρια γνωστικά αντικείμενα της οικολογίας.
Στην πραγματικότητα, η οικολογία αποτελεί μια διακλαδική επιστήμη. Επειδή επικεντρώνεται στα υψηλότερα επίπεδα οργάνωσης της ζωής και στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των οργανισμών και του περιβάλλοντός τους, βασίζεται σε πολλούς άλλους επιστημονικούς κλάδους, ιδιαίτερα στη γεωλογία, τη γεωγραφία, τη μετεωρολογία, την εδαφολογία, τη χημεία και τη φυσική. Γι’ αυτό η οικολογία θεωρείται επίσης ολιστική επιστήμη.
Οικολογικό κίνημα
Η λέξη «οικολογία», από τη δεκαετία του ’70 και μετά, απέκτησε επίσης πολιτικό και φιλοσοφικό νόημα, καθώς υιοθετήθηκε από το «οικολογικό κίνημα» που εμφανίστηκε εκείνη την εποχή.
Τότε έγινε για πρώτη φορά κατανοητό πως η γη είναι ένα ενιαίο και ευάλωτο οικοσύστημα, κάτι που το έκαναν σαφές οι πρώτες εικόνες της γης από το διάστημα.
Παράλληλα, άρχισαν τότε να γίνονται αισθητά τα προβλήματα της εκβιομηχάνισης, ιδιαίτερα μετά το βιβλίο της Rachel Carson «Σιωπηλή Άνοιξη» (1962), όπου για πρώτη φορά έγινε λόγος για τις παρενέργειες της χημικής γεωργίας και της χρήσης του DDT. Μέχρι τότε ο περισσότερος κόσμος θαύμαζε άκριτα κάθε νέο τεχνολογικό επίτευγμα και το ταύτιζε με μια αέναη «πρόοδο».
Άμεσοι πρόγονοι του οικολογικού κινήματος ήταν το αντιπυρηνικό κίνημα, που άνθιζε ήδη εν μέσω του Ψυχρού Πολέμου, καθώς και οι διάφορες μορφές αντικουλτούρας της δεκαετίας του ’60.
Σχέσεις οικολογικής επιστήμης και οικολογικού κινήματος
Ως επιστήμη, η Οικολογία δεν μπορεί να υπαγορεύει ποιες πρακτικές είναι «σωστές» ή «λανθασμένες», ούτε να παίρνει θέση υπέρ ή κατά ενός πολιτικού κινήματος.
Όμως, η ολιστική θεώρηση της φύσης αποτελεί κύριο πυλώνα τόσο της οικολογικής επιστήμης όσο και του οικολογικού κινήματος. Στη φιλοσοφία μάλιστα, η έννοια του οικοσυστήματος, όπου όλοι οι οργανισμοί και το περιβάλλον ζουν σε στενή αλληλεξάρτηση, βοήθησε να ξεπεραστεί η άποψη ότι η θεωρία της εξέλιξης παρουσιάζει τη φύση ως ένα πεδίο διαρκούς ανταγωνισμού των ειδών.
Χάρη στην επιστήμη της Οικολογίας, έγινε δυνατή η κατανόηση των πολλαπλών περιβαλλοντικών συνεπειών που μπορεί να έχει η κάθε δραστηριότητα των ανθρώπων. Έννοιες όπως βιοποικιλότητα, τροφική αλυσίδα, κύκλος του άνθρακα, προσφέρουν την επιστημονική βάση για την έκφραση στόχων του οικολογικού κινήματος. Τέλος, η επιστήμη της Οικολογίας βοηθά στην αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων.
Η φύση και το φυσικό περιβάλλον - Φυσικά οικοσυστήματα και βιοποικιλότητα- Χερσαία οικοσυστήματα
Η λέξη «φύση» προέρχεται από το αρχαιοελληνικό ρήμα φύω φυτρώνω, θεριεύω, αναπτύσσομαι. Πολλές φορές η εστίαση στο φυσικό περιβάλλον ως μία συνολική έννοια γίνεται εφικτή με την χρήση του όρου "φύση" καθώς ο όρος του περιβάλλοντος εμπεριέχει μία ανθρωποκεντρική αντίληψη, φανερώνει μία οπτική για το όλον, η οποία ξεκινάει από τον άνθρωπο και κατευθύνεται σε όλα αυτά που βρίσκονται γύρω του, χωρίς όμως απαραίτητα να συμπεριλαμβάνει και τον εαυτό του. Η φύση, με την ευρύτερή της έννοια, αναφέρεται στο φαινόμενο του φυσικού κόσμου αι της ζωής γενικότερα.
Ειδικότερα όμως στην οικονομία η φύση αποτελεί τον κυρίαρχο χώρο αγαθών της πρωτογενούς παραγωγής, καθώς επίσης και τον πρώτο συντελεστή της παραγωγής γενικότερα. (Πηγή: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ)
Οικοσύστημα
Στον πλανήτη μας υπάρχουν πολλοί τύποι οικοσυστημάτων, είτε πρόκειται για υδάτινα, χερσαία ή ακόμη και εναέρια περιβάλλοντα. Το επίγειο οικοσύστημα Είναι ένα μέρος όπου αλληλεπιδρούν τόσο οι βιοτικοί παράγοντες όσο και οι βιοτικοί παράγοντες. Το κύριο υπόστρωμα όπου αναπτύσσεται η ζωή είναι η αναδυόμενη γη. Το κύριο χαρακτηριστικό του περιβάλλοντος που πρέπει να αναπτυχθεί είναι το έδαφος ως φυσική υποστήριξη. Εδώ είναι η τροφή και οικότοπος που τα είδη πρέπει να επιβιώσουν και να δημιουργήσουν την τροφική αλυσίδα.
Οικοσύστημα είναι ένα σύστημα στο οποίο τα έμβια είδη (φυτά, ζώα, βακτήρια κ.λπ.) και το μη έμβιο περιβάλλον τους αλληλεπιδρούν ως λειτουργική μονάδα.
Η βιοποικιλότητα παίζει ζωτικό ρόλο στις υπηρεσίες οικοσυστήματος, στις υπηρεσίες δηλαδή που παρέχει η φύση και από τις οποίες εξαρτώνται οι άνθρωποι. Σε αυτές περιλαμβάνονται η επικονίαση, η ρύθμιση του κλίματος, η προστασία από πλημμύρες, η γονιμότητα του εδάφους και η παραγωγή τροφίμων, καυσίμων, ινών και φαρμάκων. Η ανθρώπινη κατανάλωση και συμπεριφορά έχουν οδηγήσει, άμεσα και έμμεσα, στην υποβάθμιση της βιοποικιλότητας με γρήγορους ρυθμούς, με αποτέλεσμα την κατάρρευση του οικοσυστήματος.
Από το 2000 η ΕΕ προσπαθεί να καταπολεμήσει την απώλεια βιοποικιλότητας με σχέδια δράσης και στρατηγικές, με πιο πρόσφατη τη στρατηγική για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030, που έχει σχεδιαστεί προκειμένου να συμβάλει στην ανάκαμψη της βιοποικιλότητας της Ευρώπης μέχρι το 2030. Η στρατηγική, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, περιλαμβάνει δεσμεύσεις και δράσεις για την προστασία και την αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και της εύρυθμης λειτουργίας των οικοσυστημάτων.
ΠΗΓΗ: https://eur-lex.europa.eu/EL/legal-content/glossary/ecosystem.html
Κάθε σύστημα των βιοτικών και αβιοτικών παραγόντων μιας περιοχής, αλλά και οι σχέσεις που
διαμορφώνονται μεταξύ τους, ονομάζεται οικοσύστημα. Το σύστημα αυτό αποτελείται από:
Το σύνολο των οργανισμών που ανήκουν στο ίδιο είδος, δηλαδή τον πληθυσμό.
Το σύνολο των πληθυσμών ενός οικοσυστήματος και οι σχέσεις αλληλεπίδρασης μεταξύ τους,
δηλαδή την βιοκοινότητα.
Την περιοχή στην οποία ζει ένας πληθυσμός ή μια βιοκοινότητα, δηλαδή τον βιότοπο.
Υπάρχουν πολλοί τύποι οικοσυστημάτων. Στην θάλασσα ονομάζονται θαλάσσια οικοσυστήματα,
όσα απαντούν σε ακτές αποκαλούνται παράκτια οικοσυστήματα, ενώ στην ξηρά
ονομάζονται Χερσαία οικοσυστήματα. Όταν σε μια έκταση ξηράς υπάρχουν μόνο γεωργικές
καλλιέργειες, τότε μιλάμε για ένα αγροτικό οικοσύστημα. Υπάρχουν, επίσης, και τα οικοσυστήματα
των γλυκέων υδάτων, οι υγρότοποι. Ο ρόλος των τελευταίων είναι σημαντικός, καθώς παρέχουν
τροφή και προστασία σε ένα μεγάλο αριθμό πτηνών, θηλαστικών, ψαριών και άλλων οργανισμών.
Δασικό οικοσύστημα είναι το οικοσύστημα των φυτών και ζώων, στο οποίο κυριαρχούν τα
δενδρώδη δασικά είδη. Τα κυριότερα δασικά είδη των ελληνικών δασών είναι: οι δρυς κατά 35% ,
τα πεύκα κατά 25% ,τα έλατα 19%, οι οξιές κατά 10% και καστανιές 2%.
Διάκριση οργανισμών
Σε ένα οικοσύστημα, οι οργανισμοί διακρίνονται ανάλογα με τον τρόπο που εξασφαλίζουν την
τροφή τους. Πιο συγκερκιμένα:
Παραγωγοί ή αυτότροφοι οργανισμοί είναι εκείνοι που δεσμεύοντας συνήθως την ηλιακή
ακτινοβολία με τη διαδικασία της φωτοσύνθεσης ή αξιοποιώντας άλλου είδους ενέργεια,
παράγουν γλυκόζη από ανόργανα μόρια, όπως νερό και διοξείδιο του άνθρακα. Στους
παραγωγούς ανήκουν τα φυτά, τα κυανοβακτήρια και τα φύκη.
Καταναλωτές ή ετερότροφοι οργανισμοί είναι εκείνοι που αποκτούν ενέργεια με την τροφή
τους. Ανάλογα με το πόσο απέχουν από τους παραγωγούς, διακρίνονται σε καταναλωτές
πρώτης τάξης (φυτοφάγα ζώα), καταναλωτές δεύτερης τάξης (σαρκοφάγα ζώα που τρέφονται
με φυτοφάγα), τρίτης τάξης (σαρκοφάγα ζώα που τρέφονται με άλλα σαρκοφάγα) κ.ο.κ.
Αποικοδομητές είναι οι βακτήρια και μύκητες που διασπούν τη νεκρή οργανική ύλη και τη
μετατρέπουν σε ανόργανη, ώστε να είναι αξιοποιήσιμη από τους παραγωγούς στη συνέχεια.
Νεκρή οργανική ύλη αποτελούν οι νεκροί οργανισμοί, τα πεσμένα φύλλα και οι καρποί κ.ά
Ιδιότητες Οικοσυστήματος
Ένα οικοσύστημα έχει τη δυνατότητα να διατηρείται σε ισορροπία. Οι αυτορρυθμιστικοί μηχανισμοί
που διαθέτει επαναφέρουν την ισορροπία ανάμεσα στις σχέσεις των οργανισμών που ζουν σε αυτό,
αν αυτή τείνει να διαταραχτεί.
Η ισορροπία είναι ανάλογη της ποικιλότητας. Όσο πιο πολλά διαφορετικά είδη οργανισμών
υπάρχουν σε ένα οικοσύστημα, τόσο μεγαλύτερη ισορροπία υπάρχει σε αυτό, καθώς διατίθενται
περισσότεροι αυτορρυθμιστικοί μηχανισμοί.
Για παράδειγμα, αν μια μεταβολή περιορίσει τον πληθυσμό ενός είδους, το είδος που τρέφεται από
αυτό θα έχει εναλλακτικές επιλογές να τραφεί σε ένα οικοσύστημα με ποικιλότητα και δεν θα
κινδυνέψει να εξαφανιστεί, αντίθετα με ένα οικοσύστημα περιορισμένης ποικιλότητας.
Ένα οικοσύστημα δεν έχει συγκεκριμένο μέγεθος. Ο μελετητής του οικοσυστήματος είναι αυτός που
καθορίζει την αρχή και το τέλος του. Έτσι, ένα οικοσύστημα μπορεί να αποτελεί ολόκληρη η Γη, ή
ακόμα και μια γλάστρα με ένα φυτό, όπου ζουν φυτά, έντομα, μικροοργανισμοί κλπ.
Προϋποθέσεις διατήρησης ενός οικοσυστήματος.
file:///C:/Users/User/Desktop/%CE%94%CE%91%CE%A3%CE%97/K.E.E..html
Τύποι Χερσαίων Οικοσυστημάτων
α/ Δασικά Οικοσυστήματα
Σύμφωνα με ερμηνευτική δήλωση από το Σύνταγμα της Ελλάδας, άρθρο 24, «Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά.»
Το δάσος είναι ένα χερσαίο οικοσύστημα που διατηρείται μόνο του, χωρίς ανθρώπινες επεμβάσεις. Οριζόντια διαρθρώνεται σε συστάδες και κάθετα σε ορόφους. Σε μια κατατομή (προφίλ) μιας συστάδας διακρίνονται συνήθως, ακόμη και σε ομήλικες συστάδες, περισσότεροι από ένας όροφοι (ορόφωση). Ανάλογα με τον αριθμό των ορόφων, διακρίνουμε τις συστάδες σε μονώροφες, διώροφες, τριώροφες και πολυώροφες. Στη δασοκομία, για λόγους πρακτικούς, διακρίνουμε συνήθως έξι ορόφους: τρείς ορόφους δέντρων -ανώροφο, μεσώροφο και υπόροφο- έναν όροφο θάμνων, έναν όροφο ποών και τον όροφο των βρύων. Οι δύο τελευταίοι όροφοι αποτελούν την προεδαφιαία βλάστηση ή υποβλάστηση. Τα δάση αποτελούν χερσαίες διαπλάσεις (κοινότητες έμβιων) που εκτείνονται σε μεγάλες γεωγραφικές περιοχές και χαρακτηρίζονται από τον τύπο της φυτικής τους επικάλυψης, ο οποίος εξαρτάται από το κλίμα και το έδαφος.
Η θερμοκρασία και η υγρασία καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη φύση των διαπλάσεων
1/ Τροπικά δάση
Τα τροπικά δάση αναπτύσσονται σε χαμηλά υψόμετρα κοντά στον ισημερινό, όπου επικρατούν υψηλές θερμοκρασίες, υψηλά επίπεδα βροχόπτωσης και έντονο φως κατά τη διάρκεια όλου του χρόνου. Σήμερα καταλαμβάνουν το 8% της ξηράς του πλανήτη και εκτείνονται σε τρεις περιοχές στον κόσμο:
- στην κοιλάδα που διαμορφώνεται από την κοίτη του ποταμού Αμαζονίου και του παραποτάμου του Ορινόκο στη Νότια Αμερική, όπου βρίσκεται και το μεγαλύτερο σε έκταση τροπικό δάσος στον κόσμο
- στην κοιλάδα των ποταμών Κόγκο, Νίγηρα και Ζαμβέζη στην Κεντρική-Δυτική Αφρική και Μαδαγασκάρη
- στην περιοχή της Ινδοκίνας, Μαλαισίας, Βόρνεο και Νέας Γουινέας στη Νοτιοανατολική Ασία
Πηγή: www.blueplanetbiomes.org
Οι τρεις αυτές περιοχές, παρόλο που είναι απομακρυσμένες μεταξύ τους, παρουσιάζουν φυσιογνωμικά όμοιες διαπλάσεις που, όμως, συγκροτούνται από τελείως διαφορετικά είδη χλωρίδας. Κυρίαρχη βλάστηση είναι πλατύφυλλα αειθαλή δέντρα, επίφυτα, θάμνοι και πόες. Η εντυπωσιακή αφθονία ειδών που χαρακτηρίζει τα τροπικά δάση, η υψηλή παραγωγή οξυγόνου, καθώς και η σημαντική συμμετοχή των δασών αυτών στον κύκλο του νερού, και άρα, στη ρύθμιση του παγκόσμιου κλίματος, εντείνει την ανάγκη εφαρμογής αειφορικών πρακτικών διαχείρισης και προστασίας τους.
2/Υγρά δάση φυλλοβόλων (εύκρατα δάση)
Τα φυλλοβόλα δάση εξαπλώνονται σε περιοχές με ήπιες θερμοκρασίες και υψηλή βροχόπτωση, ομοιόμορφα ή σχεδόν ομοιόμορφα κατανεμημένη κατά τη διάρκεια του έτους. Τα φυλλοβόλα δάση των εύκρατων περιοχών (Ευρώπη, Ανατολική Ασία, Βόρεια Αμερική, Αυστραλία) παρουσιάζουν διαφορετικές μορφές, ανάλογα με το φυτικό είδος που επικρατεί σε κάθε περίπτωση: οξιά, βελανιδιά, καστανιά κ.λπ.. Φυλλοβόλα δάση συναντάμε και στη χώρα μας, στις βορειότερες περιοχές και στις πλαγιές των ψηλότερων βουνών. Τα φυλλοβόλα δάση εμπλουτίζουν το έδαφος με θρεπτικά στοιχεία κατά την αποικοδόμηση των πεσμένων φύλλων τους. Παράγουν κάθε χρόνο μεγάλες ποσότητες ξυλείας ("σκληρής ξυλείας"), φύλλων, λουλουδιών και καρπών που αποτελούν την τροφή πολλών ζώων του δάσους. Η πανίδα των υγρών φυλλοβόλων δασών περιλαμβάνει μια μεγάλη ποικιλία θηλαστικών (σκίουρος, αρουραίος, ελάφι, αγριόχοιρος, αλεπού, νυφίτσα κ.λπ.), πτηνών (δρυοκολάπτες, νυκτόβια αρπακτικά κ.λπ.) και ξυλοφάγων εντόμων (κολεόπτερα, υμενόπτερα και μερικά δίπτερα).
Πηγή: www.blueplanetbiomes.org
3/ Δάση κωνοφόρων (τάιγκα)
Βορειότερα των φυλλοβόλων δασών, των λιβαδιών και των ερήμων, σε περιοχές όπου η βροχόπτωση είναι υψηλή το καλοκαίρι, αλλά η θερμοκρασία χαμηλή το χειμώνα, εκτείνονται τα κωνοφόρα δάση (τάιγκα) που καταλαμβάνουν μεγάλες εκτάσεις στην Ευρώπη, στην Ασία και στην Αμερική. Τα κυρίαρχα είδη βλάστησης είναι το πεύκο, το έλατο, η ερυθρελάτη κ.λπ. Η παραγωγικότητα των δασών αυτών είναι αρκετά υψηλή, ιδίως κατά τη θερινή περίοδο, και τα δάση αυτά αποτελούν την κύρια πηγή ξυλείας ("μαλακή ξυλεία") για τον άνθρωπο. Στα κωνοφόρα δάση τα φύλλα των δέντρων πέφτουν, αλλά αντικαθίστανται συνεχώς, με αποτέλεσμα η ηλιακή ακτινοβολία που φτάνει στο έδαφος να είναι σημαντικά μειωμένη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, η βλάστηση του εδάφους να είναι πολύ περιορισμένη και αποτελείται μόνο από είδη που ευδοκιμούν στη σκιά (φτέρες και μύκητες). Στο δάπεδό τους σχηματίζεται ένα παχύ στρώμα από βελονοειδή φύλλα, κορμούς και κλαδιά που παραμένουν εκεί για πολλά χρόνια, καθώς οι χαμηλές θερμοκρασίες που επικρατούν δεν ευνοούν την αποικοδόμηση. Στα κωνοφόρα δάση ζουν μεγάλα φυτοφάγα θηλαστικά και πτηνά, όπως τα ελάφια και οι αγριόκοτες, που τρέφονται συνήθως με τα φύλλα των μικρότερων πλατύφυλλων φυτών, αλλά και σαρκοφάγα ζώα, όπως ο λύκος.
Πηγή: www.blueplanetbiomes.org
Πηγή: Εκπαιδευτικό πακέτο: ΤΑ ΔΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ που εκδόθηκε από το ΓΑΙΑ
5/ Βόρεια δάση
Τα βόρεια δάση αναπτύσσονται με αργούς ρυθμούς και σε χαμηλές θερμοκρασίες. Στα δάση αυτά κυριαρχούν τα ρητινοφόρα δέντρα, όπως το δασόπευκο, η ερυθρελάτη και το έλατο. Η σημύδα είναι το μοναδικό φυλλοβόλο δέντρο αυτών των περιοχών.
6/ Δάση των ευκράτων περιοχών
Στα δάση αυτά συναντάμε πάρα πολλά είδη δέντρων (έλατο, ερυθρελάτη, πεύκο, βελανιδιά, οξιά, αγριοκερασιά, καρυδιά, σημύδα κ.λπ.).
7/ Δάση των ορεινών περιοχών
Στις ορεινές περιοχές η κατανομή του τύπου της βλάστησης εξαρτάται από το υψόμετρο, αν και τα όρια των ορόφων ποικίλουν. Έτσι λοιπόν, σε μέσο υψόμετρο φύονται το έλατο, η οξιά και η ερυθρελάτη, ψηλότερα η οξιά, ο σφένδαμος και η ερυθρελάτη, ενώ ακόμα πιο ψηλά κυριαρχεί η ερυθρελάτη. Το ορεινό πεύκο έχει προσαρμοστεί καλά στις δύσκολες συνθήκες που επικρατούν στα μεγάλα ύψη και φυτρώνει εκεί με τη μορφή θάμνου. Πιο πάνω υπάρχουν μόνο λιβάδια που στη συνέχεια αφήνουν τη θέση τους στα βράχια και στο χιόνι. Η κατανομή των ποικιλιών των ειδών που φύονται στην ορεινή ζώνη διαφέρει ανάλογα με την περιοχή στην οποία βρισκόμαστε.
8/ Μεσογειακά δάση
α) Περιοχές με μεσογειακό κλίμα
Οι περιοχές με μεσογειακό κλίμα χαρακτηρίζονται από ήπιους χειμώνες και βροχοπτώσεις που παρουσιάζουν μεγάλη διακύμανση από χρόνο σε χρόνο και από υψηλές θερμοκρασίες, ξηρασία και έντονη ηλιακή ακτινοβολία το καλοκαίρι. Πιο αναλυτικά, στις περιοχές με μεσογειακό κλίμα:
Tο ετήσιο ποσό βροχόπτωσης για τις παράκτιες περιοχές είναι μεταξύ 275mm και 975mm, ενώ στις ζεστότερες ηπειρωτικές περιοχές το κατώτερο όριο είναι 350mm
Τουλάχιστον το 65% των βροχοπτώσεων εμφανίζεται από το Νοέμβριο έως τον Απρίλιο
Kατά τη διάρκεια του χειμώνα η μέση μηνιαία θερμοκρασία που καταγράφεται είναι μικρότερη των 15οC
H διάρκεια παγετού (θερμοκρασίες μικρότερες των 0°C) δεν υπερβαίνει το 3% της διάρκειας ενός έτους.
Οι περιοχές με μεσογειακού τύπου κλίμα στον πλανήτη βρίσκονται μεταξύ 30ου και 40ου παραλλήλου βόρεια και νότια του Ισημερινού. Περιοχές μεσογειακού κλίματος εντοπίζονται κυρίως στη λεκάνη της Μεσογείου, αλλά και σε πέντε ακόμα περιοχές του πλανήτη μας: στην Καλιφόρνια, σε περιοχές της Ν. Αφρικής, στη Χιλή, στο Ακρωτήριο Καλής Ελπίδας στη Νότιο Αφρική, καθώς και σε μικρή έκταση στην Αυστραλία. Η ομοιότητα των κλιματικών συνθηκών στις διάφορες περιοχές μεσογειακού κλίματος οδήγησε και στην ομοιότητα των βιολογικών δομών (ζώων, φυτών και οικοσυστημάτων). Αυτή η μακροχρόνια εξέλιξη των τελείως διαφορετικών ειδών που ζουν σε απομακρυσμένες μεταξύ τους περιοχές, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μοιάζουν σημαντικά μεταξύ τους ονομάζεται σύγκλιση.
9/ Μεσογειακά δάση της Ευρώπης
Τα συναντάμε στις περιοχές της Ν. Ευρώπης και αποτελούν εξαιρετικά παραδείγματα της διαδικασίας της συγκλίνουσας εξέλιξης. Τα δέντρα που αναπτύσσονται στις περιοχές αυτές είναι η φελλοβελανιδιά, το παραθαλάσσιο πεύκο, ο ευκάλυπτος, η καστανιά, η λευκή δρυς, η ελιά, ο σκίνος, η δάφνη, η κουμαριά, το πουρνάρι, η μυρτιά, η χαρουπιά και η πικροδάφνη. Χαρακτηριστικό των μεσογειακών δασών είναι και η εξαιρετική ικανότητά τους να αναγεννώνται αμέσως μετά από πυρκαγιά. Τα ζωικά είδη που συναντώνται στα μεσογειακά δάση έχουν την ικανότητα να αντέχουν στην καλοκαιρινή ξηρασία.
Στα ευρωπαϊκά μεσογειακά δάση συναντάμε διάφορα είδη φιδιών, περιλαμβανομένης και της οχιάς, σκαντζόχοιρους, λαγούς, αγριοκούνελα, αγριοπερίστερα, πέρδικες, αρκετές σαύρες και σημαντικό αριθμό εντόμων, αραχνών και σκορπιών. Τα μεγάλα ζώα είναι σχετικά σπάνια. Ένα τέτοιο οικοσύστημα δεν είναι πλούσιο και για το λόγο αυτό είναι αρκετά εύθραυστο. Δραστηριότητες του ανθρώπου που επηρεάζουν την ισορροπία του (π.χ. κυνήγι μπορεί να αποβούν ολέθριες.
10/ Ελληνικά δάση
Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, το 2007 η συνολική έκταση της χώρας μας που καλυπτόταν από δάση και δασικές εκτάσεις ήταν 6.513.068 εκτάρια. Από το σύνολο των δασών, τα πευκοδάση αποτελούν το 13,5%, τα δάση βελανιδιάς (δρυς) το 22,6% και τα αείφυλλα πλατύφυλλα το 48,4%.
Στην Ελλάδα έχουν ιδρυθεί και οριοθετηθεί, με ειδικό νόμο, δέκα «Εθνικοί Δρυμοί» συνολικής έκτασης 68.732 εκταρίων, από τα οποία 34.378 εκτάρια είναι οι πυρήνες τους.
Πηγή: Ε.Ο.Τ.
Ο όρος «Εθνικός Δρυμός» αναφέρεται σε περιοχές που, σύμφωνα με τη διεθνή νομοθεσία έχουν ιδιαίτερη οικολογική σημασία, λόγω της σπανιότητας και της ποικιλομορφίας της χλωρίδας και της πανίδας τους, των γεωμορφολογικών σχηματισμών, του υπεδάφους, των νερών και της ατμόσφαιράς τους. Ο άνθρωπος υποχρεούται να συμβάλει στη διατήρηση και βελτίωση της σύνθεσης των εθνικών δρυμών τόσο για τη διενέργεια επιστημονικών ερευνών, όσο και για την προσέλκυση του κοινού για ψυχαγωγικούς και επιμορφωτικούς σκοπούς. Δάση ή φυσικά τοπία, που έχουν ιδιαίτερη αισθητική, οικολογική και τουριστική σημασία και επιβάλλεται η προστασία της πανίδας, της χλωρίδας και του ιδιαίτερου φυσικού κάλλους τους, κηρύσσονται αισθητικά δάση. Στην Ελλάδα υπάρχουν 19 αισθητικά δάση με συνολική έκταση 33.109 εκτάρια.
Η ποικιλία των ελληνικών δασών είναι μοναδική και δύσκολα απαντάται σε άλλες χώρες με παρόμοια έκταση. Αυτή η ποικιλομορφία οικοσυστημάτων οφείλεται στο έντονο ανάγλυφο, στη γεωγραφική θέση της χώρας ανάμεσα σε τρεις ηπείρους, και στο γεγονός ότι στη διάρκεια των τελευταίων παγετώνων η Ελλάδα δεν είχε καλυφθεί από πάγους. Έτσι, αποτέλεσε "καταφύγιο" για πολλά βορειοευρωπαϊκά είδη δέντρων των οποίων η ζώνη εξάπλωσης μεταφέρθηκε εδώ, όπου διασταυρώθηκαν με τα ντόπια είδη και προσαρμόστηκαν στις ιδιαίτερες κλιματικές συνθήκες. Στα ελληνικά δάση απαντώνται πολυάριθμα είδη πουλιών, ερπετών, εντόμων και θηλαστικών τα οποία συνθέτουν μια πλούσια βιοποικιλότητα. Δυστυχώς, πολλά από τα ενδημικά είδη χλωρίδας και πανίδας έχουν περιορισμένους πληθυσμούς και κινδυνεύουν να εξαφανιστούν εξαιτίας της καταστροφής των βιοτόπων τους από την ανθρώπινη παρέμβαση.
Πηγή: διαδίκτυο, Υπουργείο Τουριστικής Ανάπτυξης
Δάσος σημαντικό για τη χλωρίδα και την πανίδα του, όπως επίσης και για την ομορφιά του, είναι το δάσος του Κοτζά - Ορμάν που στην τουρκική γλώσσα σημαίνει Μέγα Δάσος. Εκτείνεται δεξιά και αριστερά από τον ποταμό Νέστο σε πλάτος 3-7 χιλιομέτρων, από τους Τοξότες έως τη θάλασσα σε μήκος 27 χιλιομέτρων, με έκταση 130.000 στρέμματα περίπου. Η ασπρόλευκα, η μαύρη λεύκα, η οξύκαρπος και η ολότριχος μελία, η πεδινή πτελέα, η ποδισκοφόρος δρυς, ο πεδινός και ο ταταρικός σφένδαμος, καθώς και το σκλήθρο αποτελούν τα κυριότερα είδη δέντρων που συναντάμε στο Κοτζά - Ορμάν. Στο δάσος αυτό βρίσκουν τροφή και καταφύγιο αγριόχοιροι, λύκοι, σπάνιοι λύγκες, δύο είδη τσακαλιών, ενυδρίδες, ασβοί, αλεπούδες, λαγοί και ζαρκάδια. Υπάρχουν, επίσης, υδρόβια, διαβατικά και ενδημικά πτηνά, καθώς και φασιανοί που μόνο στην Ελλάδα βρίσκονται σε άγρια κατάσταση. Το δάσος αποτελεί πηγή καύσιμης ύλης για όλα τα χωριά από την Κομοτηνή μέχρι τη Δράμα.
Πηγή: www.topeiros.gr
Άλλο σημαντικό ελληνικό δάσος είναι αυτό της Δαδιάς στην περιοχή Σουφλίου. Η περιοχή παρουσιάζει εντυπωσιακή εναλλαγή βιοτόπων, καθένας από τους οποίους φιλοξενεί πολλά μοναδικά και σπάνια είδη χλωρίδας και πανίδας. Στον πυρήνα της περιοχής κυριαρχεί πευκοδάσος με τραχεία πεύκη και λίγες συστάδες μαυροπεύκων. Στην περιφερειακή ζώνη απαντώνται κυρίως δρυοδάση και μεικτά δάση πεύκων-δρυών και άλλων φυλλοβόλων, όπως γαύρος, φράξος και σφενδάμι. Στις νότιες παρυφές υπάρχει εκτεταμένος θαμνότοπος, ενώ κατά μήκος των ρεμάτων αναπτύσσεται πλούσια βλάστηση με ιτιές, λεύκες, οστρυές και πλατάνια που περιβάλλονται από κισσούς και άλλα αναρριχώμενα φυτά. Γεωργικές καλλιέργειες αναπτύσσονται κυρίως στις ανατολικές εκτάσεις της περιοχής και καλύπτουν το 20% της συνολικής επιφάνειάς της. Στην προστατευόμενη περιοχή του δάσους της Δαδιάς βρίσκουν καταφύγιο πολλά θηλαστικά. Πλούσια είναι και η πανίδα των ερπετών και των αμφιβίων, καθώς έχουν καταγραφεί φίδια, βατράχια, χελώνες, σαύρες, τρίτωνες και σαλαμάνδρες σε μεγάλους πληθυσμούς, τα οποία αποτελούν την κύρια πηγή τροφής του σημαντικότερου είδους της πανίδας στην περιοχή, των αρπακτικών πουλιών. Η Δαδιά αποτελεί ένα από τα τελευταία καταφύγια για τα αρπακτικά πουλιά της Ευρώπης.
Πηγή: http://www.in.gr.agro/_fisi/Dadia_cor/Dadia_1htm
α) Απειλούμενα είδη ζώων στα ελληνικά δάση
Σύμφωνα με στοιχεία της wwf, τα υπό εξαφάνιση είδη των δασικών οικοσυστημάτων περιλαμβάνουν την καφέ αρκούδα, το τσακάλι, το αγριόγιδο και το μαυρόγυπα. Απειλούμενα είδη θεωρούνται ο λύκος, η αλεπού και ο βασιλαετός.
Η καφέ αρκούδα (Ursus arctos) ζει σε μεικτά ή αμιγή δάση δρυός, οξιάς και κωνοφόρων (πεύκης, ελάτης κ.λπ.) της ορεινής και της ημιορεινής ζώνης. Είναι είδος υπό εξαφάνιση στη δυτική, την κεντρική και τη νότια Ευρώπη. Σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες εμφανίζονται μικροί απομονωμένοι πληθυσμοί. Στην Ελλάδα έχουν καταγραφεί δύο μικροί πληθυσμοί στις πιο απόμερες περιοχές της οροσειράς της Πίνδου και της Ροδόπης, οι οποίοι αποτελούν και τους μεγαλύτερους πληθυσμούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το παράνομο κυνήγι και η θανάτωση από πρόθεση αποτελούν την κύρια αιτία εξαφάνισης του είδους στην Ελλάδα. Αν και το κυνήγι του είδους απαγορεύεται σύμφωνα με τη νομοθεσία από το 1969, υπολογίζεται ότι 15-20 αρκούδες θανατώνονται ετησίως από ασυνείδητους. Παράλληλα, η διάνοιξη δρόμων, η κατασκευή φραγμάτων και η δημιουργία τουριστικών εγκαταστάσεων αλλοιώνουν, υποβαθμίζουν και κατακερματίζουν τους βιότοπους εξάπλωσης του είδους (δάση οξιάς, δρύος, μαυρόπευκου, ελάτης σε υψόμετρο 800-2000μ.).
Ο μαυρόγυπας (Aegypius monachus είναι ο μεγαλύτερος γύπας της Ευρώπης με άνοιγμα φτερών που φτάνει τα τρία μέτρα. Πρόκειται για είδος που δεν μεταναστεύει και σπανίως πετά μακριά από την περιοχή αναπαραγωγής του. Τρέφεται με νεκρά ζώα, τα οποία βρίσκει πετώντας χαμηλά πάνω από αραιά δάση. Έχουν παρατηρηθεί φωλιές στην Αττική, τη Βοιωτία, τα Κύθηρα, τη Λευκάδα και τη Ρόδο. Μεταπολεμικά το είδος υπήρχε ακόμη στην Κρήτη και σε όρη της κεντρικής Ελλάδας. Όλος ο σημερινός πληθυσμός του βρίσκεται στο δάσος της Δαδιάς (3.1.5.), στο νομό Έβρου. Ένας από τους κύριους παράγοντες που οδήγησαν στη μείωση των πληθυσμών των μαυρόγυπων στην ελληνική ύπαιθρο είναι η έλλειψη τροφής λόγω της αλλαγής των πρακτικών κτηνοτροφίας από ζώα ελεύθερης βοσκής σε εσταυλισμένα ζώα. Ως μέτρο αντιμετώπισης της ελάττωσης τροφής στο δάσος της Δαδιάς και στον ορεινό Έβρο, το 1987 ιδρύθηκε χώρος συμπληρωματικής τροφοδοσίας των γυπών κοντά στο χωριό της Δαδιάς, γεγονός που συνέβαλε στην αύξηση και σταθεροποίηση του πληθυσμού τους.
Το τσακάλι (Canis aureus) έχει χρώμα σκοτεινό κίτρινο με μελανές αποχρώσεις κατά μήκος της ράχης του. Είναι ζώο παμφάγο. Ζει στη Μεσόγειο σε χαμηλό υψόμετρο, κυρίως στην παραλιακή ζώνη. Εξαπλώνεται σε ελάχιστες περιοχές των Βαλκανίων, ενώ από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάρχει μόνο στην Ελλάδα. Σύμφωνα με την WWF Ελλάς οι πληθυσμοί του έχουν μειωθεί δραματικά, γεγονός που οφείλεται στην ολοκληρωτική καταστροφή των βιοτόπων του εξαιτίας της επέκτασης των αστικών περιοχών και των πυρκαγιών.
Ο λύκος(Canis lupus) ανήκει στα ζώα που διαθέτουν καταπληκτική ικανότητα προσαρμογής όπως και η αλεπού. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των πληθυσμών του λύκου είναι η κοινωνική του οργάνωση σε μικρές ή μεγάλες ομάδες (αγέλες).
Η αλεπού (Vulpesvulpes) είναι ένα από τα πιο προσαρμόσιμα ζώα. Μπορεί να ζήσει παντού, να φάει τα πάντα και ως επί το πλείστον δε φοβάται τον άνθρωπο. Αποτελεί παράδειγμα ευέλικτων ζώων και συναντάται σε ορεινές κυρίως περιοχές.
<
Ο βασιλαετός (Aquila heliaca συναντάται σε ανοιχτές στέπες, σε ξερότοπους και ακαλλιέργητα λιβάδια με ελάχιστα δέντρα και θάμνους, αλλά και σε επίπεδες χαμηλού υψομέτρου καλλιεργημένες εκτάσεις. Η τροφή του αποτελείται κυρίως από θηλαστικά του αγρού. Ενώ τον προηγούμενο αιώνα ήταν κοινό είδος σε όλες τις ανοιχτές εκτάσεις της κεντρικής και της νότιας Ευρώπης, στις μέρες μας είναι ο πλέον σπάνιος αετός της ηπείρου. Σήμερα στη χώρα μας καταγράφονται λίγα μόνο ζευγάρια, που βρίσκονται κυρίως στο νομό Έβρου και στη περιοχή των Πρεσπών.
Ο βασιλαετός (Aquila heliaca συναντάται σε ανοιχτές στέπες, σε ξερότοπους και ακαλλιέργητα λιβάδια με ελάχιστα δέντρα και θάμνους, αλλά και σε επίπεδες χαμηλού υψομέτρου καλλιεργημένες εκτάσεις. Η τροφή του αποτελείται κυρίως από θηλαστικά του αγρού. Ενώ τον προηγούμενο αιώνα ήταν κοινό είδος σε όλες τις ανοιχτές εκτάσεις της κεντρικής και της νότιας Ευρώπης, στις μέρες μας είναι ο πλέον σπάνιος αετός της ηπείρου. Σήμερα στη χώρα μας καταγράφονται λίγα μόνο ζευγάρια, που βρίσκονται κυρίως στο νομό Έβρου και στη περιοχή των Πρεσπών.
β) Απειλούμενα είδη δέντρων στα ελληνικά δάση
Αμπελιτσιά (Zelkova abelicea): ενδημικό δέντρο της Κρήτης.
Ρόμπολο (Pinus heldreichii): είδος πεύκου που φυτρώνει στα ψηλά βουνά της Βόρειας Πίνδου και Δυτικής Μακεδονίας και στον Όλυμπο.
Μακεδονικό πεύκο (Pinus peuce): μικρές συστάδες φυτρώνουν στην οροσειρά της Ροδόπης και στο Βόρα και είναι οι μοναδικές στον ελληνικό χώρο.
Κεφαλλονίτικο έλατο (Abies cephalonica): δάση κεφαλλονίτικου έλατου υπάρχουν και στα βουνά της Κεντρικής και Ν. Ελλάδας. Τις τελευταίες δεκαετίες απειλούνται από ξηρασίες και διάφορες ασθένειες.
Κυπαρίσσι (Cupressussempervirens): δάση κυπαρισσιών υπάρχουν μόνο στην Κρήτη, στα Δωδεκάνησα και στη Σάμο. Ένα τέτοιο φυσικό δάσος στο Έμπωνα της Ρόδου έχει κηρυχθεί «Μνημείο της φύσης».
Θαλασσόκεδρος (Juniperus macrocarpa): άλλοτε σχημάτιζε δάση σε όλες σχεδόν τις αμμώδεις παραλίες. Σήμερα κινδυνεύει, λόγω της ανάπτυξης του τουρισμού στις παραθαλάσσιες περιοχές.
Κουκουναριά (Pinus pinea): τα φυσικά δάση με κουκουναριές στην Ελλάδα περιορίζονται σε λίγες μόνο περιοχές, όπως ο Σχινιάς, η Στροφυλιά και η Σκιάθος. Η φυσική αναγέννηση του είδους έχει περιοριστεί πιθανώς λόγω των κλιματικών αλλαγών.
Πλάτανος (Platanusorientalis): τα δάση αυτά αναπτύσσονταν κοντά σε ποτάμια και ρεματιές. Η επέκταση της γεωργικής γης περιόρισε την έκτασή τους και για το λόγο αυτό έχουν τεθεί υπό καθεστώς προστασίας (οδηγία 92/43 της Ε.Ε).
Κρητικός φοίνικας (Phoenixtheophrastii): πολύ σπάνιο είδος φοίνικα που φυτρώνει στη Ν. Κρήτη και στη Ν.Δ. Τουρκία. Λόγω της σπανιότητάς του, προστατεύεται από την Ε.Ε.
β/ Η Τούνδρα ή Τούντρα
Η Τούνδρα είναι τύπος χερσαίου οικοσυστήματος της Αρκτικής. Στη φυσική γεωγραφία η τούνδρα (επίσης Τούντρα) είναι περιοχή όπου η ανάπτυξη δέντρων εμποδίζεται από τις χαμηλές θερμοκρασίες, ένα όριο που χαρακτηρίζει και την ομώνυμη κλιματική κατηγορία. Ο όρος τούντρα προέρχεται από την γλώσσα των Σάμι (μέσω των Ρωσικών) και σημαίνει πεδιάδα χωρίς δέντρα. Η τούνδρα αναφέρεται στο βιοκλιματικό τοπίο στις περιοχές που βρίσκονται κοντά στις παγετώδεις περιοχές. Είναι χαρακτηριστικό των περιοχών που είναι γενικά υψηλότερα γεωγραφικά πλάτη και το βόρειο ημισφαίριο. Στο νότο δεν υπάρχει τούνδρα. Κυρίως, οι περιοχές της τούνδρας είναι:
Αλάσκα.
Βόρεια Ανταρκτική.
Βόρεια Ευρώπη.
Σιβηρία.
Ισλανδία
Βόρειος Καναδάς.
Ρωσία
Σκανδιναβία.
Το νότιο τμήμα της Γροιλανδίας.
Οι υψηλότερες περιοχές της Χιλής και της Αργεντινής.
Μερικά υποανταρκτικά νησιά.
Τα χαρακτηριστικά της τούνδρας είναι να έχει ένα αρκετά κρύο κλίμα με θερμοκρασίες κάτω από μηδέν βαθμούς. Για το μεγαλύτερο μέρος του έτους, μπορεί να φθάσει σε θερμοκρασίες τόσο χαμηλές όσο -70 βαθμούς κατά τους χειμερινούς μήνες. Αυτό αντιπροσωπεύει ένα σοβαρό πρόβλημα για τα είδη των ζωντανών όντων που κατοικούν σε αυτά τα οικοσυστήματα και για τα ανθρώπινα όντα που κατοικούν σε αυτά τα μέρη. Οι βροχοπτώσεις είναι σπάνιες σε αυτά τα μέρη και οι άνεμοι είναι πολύ δυνατοί, με γεμάτες ριπές.
Το έδαφος δεν έχει θρεπτικά συστατικά. Στην πραγματικότητα, είναι σχεδόν παγωμένοι όλο το χρόνο. Μόνο λίγους μήνες που διαρκεί το καλοκαίρι είναι όταν το έδαφος καλύπτεται με λαχανικά και ευδοκιμεί η ζωή. Τα εδάφη όπου βρίσκεται η τούνδρα είναι εδάφη όπου η επιβίωση είναι πολύ περίπλοκη. Μόνο οι καλύτεροι και όσοι ξέρουν πώς να εκμεταλλευτούν τις καλές ευκαιρίες μπορούν να επιβιώσουν χρόνο με το χρόνο.
Όσον αφορά τη γεωλογία αυτών των εδαφών, βρίσκουμε σταθερά φύλλα πάγου που βρίσκονται σε ρηχό βάθος. Αυτό το μόνιμο φύλλο πάγου ονομάζεται permafrost. Μπορείτε να βρείτε μεγάλες παγωμένες περιοχές που, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, δημιουργούν μικρότερα βάλτους και τύρφη όπου συσσωρεύεται μεγάλη ποσότητα οργανικής ύλης.
Υφίστανται τρεις τύποι τούνδρας: η αρκτική τούνδρα, η ανταρκτική τούνδρα και η αλπική τούνδρα. Και στους τρεις αυτούς τύπους η κυρίαρχη βλάστηση αποτελείται από χόρτα, βρύα και λειχήνες. Σε μερικά μέρη της τούνδρας αναπτύσσονται και δέντρα. Ένα κοινό που έχουν και τα τρία είδη τούνδρας είναι ότι καλύπτονται από το ισόθερμο των 10 βαθμών Κελσίου.
1/ Η αρκτική τούνδρα
Η αρκτική τούνδρα βρίσκεται βόρεια της τάιγκα και νότια της ζώνης των μόνιμων πάγων του υπεδάφους (permafrost) και του Αρκτικού ωκεανού. Ο όρος «τούνδρα» συνήθως αναφέρεται μόνο σε περιοχές όπου το υπέδαφος είναι μονίμως παγωμένο και περιέχει μονίμως παγωμένο νερό. (Μπορεί επίσης να αναφέρεται και σε μια άδεντρη πεδιάδα γενικά, οπότε συμπεριλαμβάνει και τη βόρεια Λαπωνία.) Η μονίμως παγωμένη τούνδρα περιλαμβάνει μεγάλες περιοχές της βόρειας Ρωσίας και του Καναδά. Η αρκτική τούνδρα κατοικείται από κυρίως ομάδες νομάδων βοσκών ταράνδων όπως οι Νγκανάσαν και οι Νένετς στη μονίμως παγωμένη περιοχή (και οι Σαάμι στη Λαπωνία).
Η βιοποικιλότητα της τούνδρας είναι χαμηλή: υπάρχουν λίγα είδη με μεγάλους πληθυσμούς. Βασικά ζώα της αρκτικής τούνδρας είναι τα: καριμπού ή τάρανδοι, βόδια, τρωκτικά γένους lemmus, και πολικές αρκούδες (μόνο στον ακραίο βορρά).
Εξαιτίας του σκληρού κλίματος της αρκτικής τούνδρας αυτές οι περιοχές δεν έχουν γνωρίσει μεγάλη εκμετάλλευση αν και μερικές είναι πλούσιες σε φυσικές πηγές όπως πετρέλαιο και ουράνιο. Πρόσφατα αυτό έχει αλλάξει και έτσι στην Αλάσκα, τη Ρωσία και κάποια άλλα μέρη η τούνδρα υφίσταται όλο και αυξανόμενη ανθρώπινη εκμετάλλευση.
Η παγκόσμια υπερθέρμανση αποτελεί σοβαρή απειλή στην αρκτική τούνδρα εξαιτίας της μονίμως παγωμένης φύσης της. Ουσιαστικά, το μονίμως παγωμένο υπέδαφος είναι παγωμένος βάλτος. Κατά το καλοκαίρι μόνο το επιφανειακό του στρώμα λιώνει. Σε περίπτωση που λιώσει εντελώς, ολόκληρο το οικοσύστημα θα καταστραφεί, ενώ τα αρκτικά είδη δεν θα μπορούσαν να προσαρμοστούν σε τόσο ξαφνική αλλαγή. Μια άλλη απειλή είναι πως το 1/3 του εδαφικού άνθρακα βρίσκεται στις περιοχές της τάιγκας και της τούνδρας. Όταν το παγωμένο έδαφος λιώνει αποδεσμεύει περισσότερο άνθρακα από αυτόν που μπορεί να δεσμεύσει. Το αποτέλεσμα έχει παρατηρηθεί στην Αλάσκα: τη δεκαετία του ’70 η τούνδρα αποτελούσε λεκάνη-δεξαμενή άνθρακα, ενώ σήμερα αποτελεί πηγή άνθρακα. Αυτό επιβαρύνει το πρόβλημα της παγκόσμιας υπερθέρμανσης περαιτέρω.
Κλιματική αλλαγή: Η αρκτική τούνδρα κινδυνεύει να εξαφανιστεί σε λίγους αιώνες
Ακόμα και στο πιο αισιόδοξο σενάριο, μόνο το 30% της σιβηριανής τούνδρας θα επιζεί μέχρι τα μέση της χιλιετίας. Στο χειρότερο σενάριο θα εξαφανιστεί εντελώς.
Με τη θερμοκρασία στην Αρκτική να ανεβαίνει πολύ ταχύτερα από ό,τι στον υπόλοιπο πλανήτη, τα δάση κωνοφόρων στην τάιγκα της Σιβηρίας και του Καναδά θα επεκταθούν βόρεια και θα εξαφανίσουν το απέραντο οικοσύστημα της τούνδρας, προειδοποιεί νέα μελέτη.
Τούνδρα ονομάζονται οι εκτάσεις όπου το κρύο και η υπερβολικά σύντομη αυξητική περίοδος της άνοιξης δεν επιτρέπουν την ύπαρξη μεγάλων δέντρων. Ανάμεσα στην Αρκτική και το όριο του δάσους της τάιγκας στα νότια, πάνω από 11 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα γης είναι καλυμμένα μόνο με μικρούς θάμνους και χόρτα.
Αρκτικές παπαρούνες, θαμνώδεις ιτιές και σημύδες είναι μερικά από τα εκατοντάδες είδη χλωρίδας στην Αρκτική Τούνδρα, από τα οποία περίπου το 5% είναι ενδημικά είδη, δεν ζουν δηλαδή πουθενά αλλού. Το ψυχρό οικοσύστημα φιλοξενεί επίσης ταράνδους, λέμινγκ και έντομα όπως ο αρκτικός βομβίνος.
Τα αρκτικά οικοσυστήματα ήδη αλλάζουν καθώς η θερμοκρασία στην Αρκτική έχει αυξηθεί κατά περισσότερο από 2 βαθμούς Κελσίου τα τελευταία 50 χρόνια –πολύ περισσότερο από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή του πλανήτη.
Μόνο ο δραστικός περιορισμός των εκπομπών άνθρακα θα μπορούσε να κρατήσει κάτω από τους 2 βαθμούς Κελσίου την άνοδο της θερμοκρασίας στην Αρκτική έως τα τέλη του αιώνα. Αν όμως οι εκπομπές παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, τα υπολογιστικά μοντέλα της κλιματικής αλλαγής προβλέπουν άνοδο έως και κατά 14 βαθμούς σε σχέση με τον σημερινό μέσο όρο.
Η νέα μελέτη, την οποία δημοσιεύουν στην επιθεώρηση eLife ερευνητές του γερμανικού Ινστιτούτου «Άλφρεντ Βέγκενερ», βασίστηκε σε μαθηματικό μοντέλο που προσομοιώνει τη συμπεριφορά του σιβηριανού λάρικα (Larix sibirica), του κωνοφόρου δέντρου που σχηματίζει το μεγάλο δάσος της τάιγκας, το μεγαλύτερο δάσος του κόσμου.
Ακόμα και στο πιο αισιόδοξο σενάριο, εκτιμά η μελέτη, μόνο το 30% της σιβηριανής τούνδρας θα επιζεί μέχρι τα μέση της χιλιετίας.
Στο μεσαίο σενάριο, λιγότερο από 6% θα έχει απομείνει μέχρι το 2500, ενώ στο χειρότερο το μόνο που θα απομείνει είναι δύο μικρά τμήματα, στην Χερσόνησο Ταϊμίρ στα δυτικά και την Χερσόνησο Τσουτκότκα στα ανατολικά, 2.500 χιλιόμετρα μακριά το ένα από το άλλο.
«Στο σημείο που βρισκόμαστε είναι θέμα ζωής και θανάτου για τη σιβηριανή τούνδρα» προειδοποιεί η Έβα Κλέμπελσμπεργκ του WWF Γερμανίας, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη αλλά συνεργάζεται με το Ινστιτούτο «Άλφρεντ Βέγκενερ» για την οριοθέτηση προστατευόμενων περιοχών.
«Ένα πράγμα είναι σαφές: αν συνεχίσουμε όπως σήμερα, το οικοσύστημα σταδιακά θα εξαφανιστεί».
Πηγή: Οικονομικός Ταχυδρόμος
2/ Ανταρκτική τούνδρα
Η Ανταρκτική τούνδρα συναντάται στην Ανταρκτική και σε μερικά ανταρκτικά και υποανταρκτικά νησιά, συμπεριλαμβανομένων των Νήσων Νότια Γεωργία και Νότιες Σάντουιτς καθώς και των Νήσων Κεργκελέν. Η Ανταρκτική είναι βασικά πολύ κρύα και στεγνή για να υποστηρίξει βλάστηση και το μεγαλύτερο μέρος της ηπείρου καλύπτεται από περιοχές πάγου. Ωστόσο, κάποια μέρη της ηπείρου, ιδιαίτερα η Γη Γκράχαμ, διαθέτουν περιοχές βραχώδους εδάφους ικανών να υποστηρίξουν την ύπαρξη τούνδρας. Η χλωρίδα της αποτελείται από περίπου 250 λειχήνες, 100 βρύα, 25-30 βότανα και περίπου 700 χερσαία και θαλάσσια είδη φυκιών, που ζουν στις περιοχές με εκτεθειμένους βράχους και έδαφος γύρω από τις ακτές της ηπείρου.
Σε αντίθεση με την αρκτική τούνδρα, η ανταρκτική τούνδρα δεν διαθέτει μεγάλη θηλαστική πανίδα, κυρίως εξαιτίας στη φυσική της απομόνωση από τις άλλες ηπείρους. Θαλάσσια θηλαστικά και θαλασσοπούλια, στα οποία περιλαμβάνονται φώκιες και πιγκουίνοι, κατοικούν περιοχές κοντά στην ακτή και μερικά μικρά θηλαστικά όπως λαγοί και γάτες έχουν εισαχθεί από ανθρώπους σε μερικά από τα υποανταρκτικά νησιά.
Η χλωρίδα και πανίδα της Ανταρκτικής και των Ανταρκτικών Νησιών προστατεύονται από την Συνθήκη της Ανταρκτικής.
Ανησυχητικό φαινόμενο: Ανθίζουν λουλούδια στην Ανταρκτική
Τα δύο εγγενή ανθοφόρα φυτά της Ανταρκτικής ανθίζουν ανάμεσα στους καλοκαιρινούς καύσωνες και την άνοδο της θερμοκρασίας.
Τα τελευταία χρόνια έχουν δει πρόσφατα εκκολαπτόμενα λουλούδια να ξεφυτρώνουν σε μέρη της Ανταρκτικής, προς μεγάλη ανησυχία ορισμένων επιστημόνων. Η αυξανόμενη εξάπλωση της φυτικής ζωής στον Νότιο Πόλο φαίνεται να είναι συνέπεια της αλλαγής του κλίματος που προκαλείται από τον άνθρωπο και μπορεί ακόμη και να υποδηλώνει ότι η ήπειρος που καλύπτεται από πάγους φτάνει στο «σημείο καμπής» της.
Λόγω των σκληρών συνθηκών της, η Ανταρκτική έχει μόνο δύο αυτοφυή φυτά: το τριχόχορτο της Ανταρκτικής (Deschampsia antarctica) και το ανταρκτικό μαργαριτάρι (Colobanthus prettynsis).
Πέρυσι, επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο της Insubria στην Ιταλία δημοσίευσαν μια μελέτη στην οποία εξέτασαν τα δύο φυτά μεταξύ 2009 και 2019 στο νησί Signy, ένα μικρό νησί στα νότια της Ανταρκτικής. Ανακάλυψαν ότι δύο πληθυσμοί φυτών είχαν εκραγεί τα τελευταία 10 χρόνια.
Καθώς οι θερμοκρασίες του καλοκαιριού αυξάνονται, τόσο αυξάνονται τα λουλούδια στην Ανταρκτική. Αυτό το ανησυχητικό φαινόμενο κάνει αυτό το μέρος του κόσμου όλο και λιγότερο αναγνωρίσιμο – χρόνο με το χρόνο, λέει "Science Alert". Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ανθοφόρα φυτά, βρύα και φύκια στη στεριά να επεκτείνονται όσο ποτέ άλλοτε, και η έκταση του θαλάσσιου πάγου που επιπλέει είναι σε ιστορικό χαμηλό. Αυτές οι δραματικές αλλαγές συνέπεσαν με την άνοδο της θερμοκρασίας του καλοκαιριού.
Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον κατέγραψαν το μεγαλύτερο κύμα καύσωνα που έπληξε ποτέ την Ανταρκτική το 2022. Τον Μάρτιο, οι θερμοκρασίες κοντά στον Νότιο Πόλο έφτασαν στο μέγιστο, όταν μετρήθηκαν -10 βαθμοί για τρεις ημέρες.
«Αυτή ήταν η θερμότερη ανωμαλία θερμοκρασίας που καταγράφηκε οπουδήποτε στον κόσμο», δήλωσε ο Έντουαρντ Μπλάνσαρντ-Ρίγκλσγουορθ, ατμοσφαιρικός επιστήμονας και πρώτος συγγραφέας της δημοσιευμένης μελέτης της ομάδας του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον.
Μερικά από τα μέλη της ομάδας, ενώ δούλευαν στην Ανταρκτική, φορούσαν κοντό παντελόνι και μπορούσαν ακόμη και να κυκλοφορούν χωρίς πουκάμισο λόγω του καύσωνα. Στιγμές όπως αυτές δείχνουν ότι η Ανταρκτική δεν είναι τόσο άτρωτη στην κλιματική κρίση όσο πίστευαν κάποτε ορισμένοι επιστήμονες.
Για να υπολογίσει πόσο από το πρόσφατο κύμα καύσωνα της Ανταρκτικής αποδίδεται στην κλιματική αλλαγή, η ομάδα επιστημόνων χρησιμοποίησε μια στρατηγική μοντελοποίησης που βασίζεται στην «εξέλιξη προηγούμενων γεγονότων ή πιθανών μελλοντικών γεγονότων» για την αναπαραγωγή των τρεχόντων κλιματικών γεγονότων.
«Βρήκαμε ότι η κλιματική αλλαγή τον περασμένο αιώνα αύξησε το κύμα καύσωνα κατά 2 βαθμούς Κελσίου, ενώ το αντίστοιχο κύμα καύσωνα το 2096 θα είναι επιπλέον 6 βαθμούς Κελσίου θερμότερο από το 2022 (8 βαθμοί Κελσίου σε σύγκριση με το 1922)», γράφουν οι ερευνητές. . στα ευρήματά τους.
3/ Αλπική τούνδρα
Η αλπική τούνδρα συναντάται σε αρκετά μεγάλα ύψη σε οποιοδήποτε γεωγραφικό πλάτος της Γης. Η αλπική τούνδρα δεν διαθέτει δέντρα, αλλά συνήθως δεν έχει μονίμως παγωμένο υπέδαφος και τα αλπικά εδάφη είναι γενικότερα καλύτερα αποξηραμένα από τα μονίμως παγωμένα εδάφη.
Βασικά ζώα στην αλπική τούνδρα είναι η μαρμότα, η ορεινή αίγα κ.ά. (ΠΗΓΗ: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ)
γ/ Η στέπα
Η λέξη στέπα προέρχεται από τη ρωσική λέξη «Степь» (προφέρεται στιεπ) που με τη σειρά της προέρχεται από τη λατινική λέξη stipa που σημαίνει «κοτσάνι» και χαρακτηρίζει τις απέραντες ξηρές και κρύες εκτάσεις που εκτείνονται από το Βόλγα μέχρι τη Μαντζουρία, στο νότιο τμήμα της Σιβηρίας. Ως στέπες χαρακτηρίζονται και οι εκτάσεις ανατολικά των Βραχωδών ορέων στις ΗΠΑ.
Η στέπα καλύπτεται από συστάδες χλόης ανά διαστήματα, λόγω του λιγοστού διαθέσιμου νερού (μέση βροχόπτωση της στέπας: 200-800 χιλιοστά ετησίως) και έχει ελάχιστα φυτά με ξυλώδη κορμό (εκτός από αυτά στις όχθες ποταμών).
Το κλίμα της στέπας είναι εξαιρετικά σκληρό, με μεγάλους, κρύους και ανεμοδαρμένους χειμώνες καθώς και ξηρά και πολύ ζεστά καλοκαίρια. Στη Μογγολία η στέπα είναι χιονισμένη κατά μέσο όρο 160 μέρες το χρόνο.
Οι στέπες συνήθως χαρακτηρίζονται από ημι-άνυδρες εκτάσεις και ηπειρωτικό κλίμα. Ακραίες θερμοκρασίες μπορεί να καταγραφούν το καλοκαίρι μέχρι 45 °C (113 °F) και το χειμώνα, -55 °C (-67 °F). Εκτός από αυτή την μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο καλοκαίρι και τον χειμώνα, οι διαφορές ανάμεσα στην μέρα και την νύχτα είναι επίσης πολύ μεγάλες. Στα υψίπεδα της Μογγολίας, μπορεί να φτάσει 30 °C (86 °F) την μέρα και κάτω από τους 0 °C (κάτω από τους 32 °F) την ίδια νύχτα.(Πηγή: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ)
Η Ευρασιατική στέπα
Η Ευρασιατική Στέπα, ονομαζόμενη επίσης Μεγάλη Στέπα ή στέπες,είναι η τεράστια περιοχή στεπών της Ευρασίας με τα εύκρατα λιβάδια, τις σαβάνες και το μεγαοικοσύστημα θαμνώδους βλάστησης. Εκτείνεται από τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και τη Μολδαβία μέσω της Ουκρανίας, της Ρωσίας, του Καζακστάν, της Σιντσιάνγκ και της Μογγολίας ως τη Μαντζουρία, με ένα σημαντικό περίκλειστο αποσπασμένο έδαφος: τη στέπα στην Πεδιάδα της Παννονίας ή Πούζτα, που βρίσκεται κυρίως στην Ουγγαρία.
Από τη παλαιολιθική εποχή, ο Δρόμος της Στέπας έχει συνδέσει την Ανατολική Ευρώπη, την Κεντρική Ασία, την Ανατολική Ασία, τη Νότια Ασία και τη Μέση Ανατολή οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά από χερσαίες εμπορικές οδούς. Ο Δρόμος της Στέπας είναι προκάτοχος όχι μόνο του Δρόμου του Μεταξιού, που αναπτύχθηκε κατά την αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα, αλλά και της Ευρασιατικής Γέφυρας στη σύγχρονη εποχή. Έχει φιλοξενήσει νομαδικές αυτοκρατορίες και πολλές μεγάλες φυλετικές συνομοσπονδίες και αρχαία κράτη καθ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας, όπως τους Σιονγκ-νου, τη Σκυθία, τους Κιμμέριους, τους Σαρμάτες, την Αυτοκρατορία των Ούνων, τη Χορασμία, την Υπερωξιανή, τη Σογδιανή, τους Σιανμπέι, τους Μογγόλους και το Χαγανάτο των Γκοκτούρκων.
Η Ευρασιατική Στέπα εκτείνεται από τις πηγές του Δούναβη σχεδόν ως τον Ειρηνικό Ωκεανό. Περιορίζεται στα βόρεια από τα δάση της ευρωπαϊκής Ρωσίας, της Σιβηρίας και της Ασιατικής Ρωσίας. Δεν υπάρχει σαφές νότιο όριο, αν και η γη γίνεται όλο και πιο ξηρή, όσο προχωράμε προς τα νότια. Η στέπα στενεύει σε δύο σημεία, χωρίζοντάς την σε τρία κύρια μέρη.
Δυτική Στέπα
• Η Δυτική Στέπα, ή Ποντιακή-Κασπιανή Στέπα, αρχίζει κοντά στις πηγές του Δούναβη και εκτείνεται βορειοανατολικά σχεδόν μέχρι το Καζάν και στη συνέχεια νοτιοανατολικά ως το νότιο άκρο των Ουραλίων. Η βόρεια άκρη της έχει μια ευρεία ζώνη δασικής στέπας, η οποία έχει πλέον καταστραφεί από τη μετατροπή ολόκληρης της περιοχής σε γεωργική γη. Στα νοτιοανατολικά, η Στέπα Μαύρης Θάλασσας-Κασπίας εκτείνεται μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Κασπίας Θάλασσας ως τα βουνά του Καυκάσου. Στα δυτικά, η Μεγάλη Ουγγρική Πεδιάδα είναι μια νησίδα στέπας, που χωρίζεται από την κύρια στέπα από τα βουνά της Τρανσυλβανίας. Στη βόρεια ακτή της Μαύρης Θάλασσας, η χερσόνησος της Κριμαίας έχει εσωτερική στέπα και λιμάνια στη νότια ακτή, που συνδέουν τη στέπα με τους πολιτισμούς της λεκάνης της Μεσογείου.
Στενά Ουραλίων-Κασπίας
• Τα Ουράλια Όρη εκτείνονται νότια σε ένα σημείο περίπου 650 χλμ βορειοανατολικά της Κασπίας Θάλασσας .
Κεντρική Στέπα
• Η Κεντρική Στέπα ή Καζακική Στέπα εκτείνεται από τα Ουράλια έως την Τζουνγκαρία. Στο νότο, καταλήγει σε ημιέρημο και έρημο, που διακόπτεται από δύο μεγάλα ποτάμια: τον Αμού Ντάρια (Ώξο) και το Συρ Ντάρια (Ιαξάρτη), τα οποία κυλούν βορειοδυτικά προς την Αράλη και χρησιμεύουν στην άρδευση γεωργικών εκτάσεων. Στα νοτιοανατολικά βρίσκεται η πυκνοκατοικημένη κοιλάδα Φεργκάνα και στα δυτικά της οι μεγάλες πόλεις της όασης Τασκένδης, Σαμαρκάνδη και Μπουχάρα κατά μήκος του ποταμού Ζαραβσάν (ο ποταμός Πολυτίμητος στην αρχαιότητα).
Στενά της Τζουνγκαρίας
Στην ανατολική πλευρά των πρώην σινοσοβιετικών ορεινών συνόρων η στέπα εκτείνεται βόρεια σχεδόν στη δασική ζώνη με λίγους περιορισμένους λειμώνες στην Τζουνγκαρία.
Ανατολική Στέπα
• Η Σιντσιάνγκ είναι η βορειοδυτική επαρχία της Κίνας. Τα βουνά Τιέν Σαν τη χωρίζουν σε Τζουνγκαρία στα βόρεια και στη λεκάνη Ταρίμ προς τα νότια. Η Τζουνγκαρία οριοθετείται από τα βουνά Ταρμπαγκατάι στα δυτικά και την οροσειρά Αλτάι της Μογγολίας στα ανατολικά. Ο Βόρειος Δρόμος του Μεταξιού πήγαινε κατά μήκος της βόρειας και νότιας πλευράς της λεκάνης Ταρίμ και στη συνέχεια διέσχιζε τα βουνά δυτικά στην κοιλάδα Φεργκάνα. Στο δυτικό άκρο της λεκάνης, η οροσειρά Παμίρ συνδέουν τα Τιέν Σαν με τα Ιμαλάια. Στα νότια, τα βουνά Κουνλούν χωρίζουν τη λεκάνη Ταρίμ από το αραιοκατοικημένο οροπέδιο του Θιβέτ.
• Η Μογγολική Στέπα περιλαμβάνει τόσο τη Μογγολία όσο και την κινεζική επαρχία της Εσωτερικής Μογγολίας. Οι δύο χωρίζονται από μια σχετικά ξηρή περιοχή, όπου κυριαρχεί η έρημος Γκόμπι. Στο βόρειο άκρο του οροπεδίου του Θιβέτ είναι η επαρχία Κανσού, ζώνη με μέτρια πυκνότητα πληθυσμού, που συνδέει την Κίνα με τη λεκάνη Ταρίμ. Ήταν η κύρια διαδρομή του Δρόμου του Μεταξιού. Στα νοτιοανατολικά ο Δρόμος του Μεταξιού οδηγούσε πάνω από κάποιους λόφους στην κοιλάδα του ποταμού Γουέι, που οδηγούσε στην πεδιάδα της Βόρειας Κίνας.
• Η Μαντζουρία είναι μια ειδική περίπτωση. Οι Δυτικοί τείνουν να σκέφτονται τη Μαντζουρία ως τη βορειοανατολική προβολή της Κίνας, που βλέπουν στους χάρτες. Οι Κινέζοι την αποκαλούν σήμερα, ή τα δύο τρίτα της ανατολικής πλευράς "Βορειοανατολική Κίνα". Πριν από το 1859, η Μαντζουρία περιελάμβανε και την εξωτερική Μαντζουρία στα βόρεια και ανατολικά, η οποία είναι τώρα μέρος της Ρωσίας. Η Στέπα Μογγολίας-Μαντζουρίας εκτείνεται ανατολικά στη Μαντζουρία ως Στέπα Λιάο Σι. Στη Μαντζουρία, η στέπα καταλήγει σε δάση και βουνά χωρίς να φθάσει στον Ειρηνικό. Η κεντρική περιοχή της δασικής στέπας κατοικήθηκε από ποιμενικούς και αγροτικούς λαούς, ενώ στα βόρεια και ανατολικά υπήρχε μικρός πληθυσμός κυνηγών φυλών σιβηρικού τύπου.
Πανίδα
Τα μεγάλα θηλαστικά της ευρασιατικής στέπας ήταν το άλογο Πρζεβάλσκι, η αντιλόπη σάιγκα, η μογγολική γαζέλα, η άγρια βακτριανή καμήλα και ο όναγρος. Ο γκρίζος λύκος και η αλεπού κορσάκ και περιστασιακά η καφέ αρκούδα περιπλανιούνται στη στέπα. Μικρότερα είδη θηλαστικών είναι ο μογγολικός γερβίλος, ο μικρός σκίουρος και η μαρμότα της στέπας.
Επιπλέον, η Μεγάλη Στέπα φιλοξενεί μεγάλη ποικιλία πτηνών. Τα απειλούμενα είδη πτηνών, που ζουν εκεί, είναι για παράδειγμα ο βασιλαετός, το κιρκινέζι, ο αγριόγαλος κλπ.
Τα κύρια οικόσιτα ζώα ήταν αιγοπρόβατα με λιγότερα βοοειδή από αυτά που θα περίμενε κανείς. Οι καμήλες χρησιμοποιήθηκαν στις ξηρότερες περιοχές για μεταφορές μέχρι και το Αστραχάν. Υπήρχαν μερικά γιακ κατά μήκος του Θιβέτ.
Το άλογο χρησιμοποιήθηκε στις μεταφορές και σε πολέμους. Εξημερώθηκε αρχικά στην Ποντική-Κασπιανή ή Καζάκικη Στέπα κάποια στιγμή πριν από το 3000 ΠΚΕ, αλλά χρειάστηκε πολύς χρόνος για να αναπτυχθεί η έφιππη τοξοβολία. Ο αναβολέας άρχισε να υφίσταται μόλις το 300 ΜΚΕ
(Πηγή: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ)
δ/ Σαβάνα
Ως σαβάνα χαρακτηρίζεται κάθε μεγάλη πεδινή έκταση στις τροπικές ή υποτροπικές περιοχές της Γης, καθώς και το αντίστοιχο οικοσύστημα, στα οποία κυριαρχεί πολύ υψηλή ποώδης και θαμνώδης βλάστηση με παρουσία διάσπαρτων μόνο δένδρων, που δεν σχηματίζουν συνεχή θόλο. Η αιτία που οι εκτάσεις αυτές δεν καταλήφθηκαν από δάση είναι η ξηρότητα του κλίματος και οι συχνές πυρκαγιές, ιδιότητες στις οποίες είναι προσαρμοσμένα τα φυτά τους. Γνωστότερες είναι οι σαβάνες της ανατολικής Αφρικής.
Ορισμένα ταξινομικά συστήματα αναγνωρίζουν και έναν «λειμωνικό» τύπο σαβάνας, από τον οποίο απουσιάζουν εντελώς τα δένδρα.
Στις σαβάνες υπάρχει εποχική διαθεσιμότητα νερού, με την πλειονότητα των βροχοπτώσεων να περιορίζεται σε μία εποχή. Οι σαβάνες εντοπίζονται συχνά σε μεταβατικές ζώνες ανάμεσα σε δάση και ερήμους ή λειμώνες. Παρότι σχεδόν άχρηστες για την καλλιέργεια, οι σαβάνες αποτελούν εκτεταμένους βοσκότοπους.
Η πανίδα των σαβανών αποτελείται κυρίως από οπληφόρα ζώα, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται και τα μεγαλύτερα ζώα της ξηράς (ελέφαντες, ρινόκεροι, καμηλοπαρδάλεις και άλλα).
Κατανομή
Πολλά λιβάδια και μικτές κοινότητες δένδρων, θάμνων και χλόης περιγράφονταν ως σαβάνα πριν τα μέσα του 19ου αιώνα, οπότε και προστέθηκε ο επιπλέον περιορισμός του τροπικού κλίματος. Διαφορετικοί συγγραφείς ορίζουν ως κατώτερο όριο δενδροκαλύψεως για τη σαβάνα το 5 έως 10% και ως ανώτερο όριο το 25 έως το 80%[3]. Περίπου το 20% της συνολικής εκτάσεως της ξηράς στη Γη καλύπτεται από σαβάνες, ενώ στην Αφρική το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 30%.
Δύο κοινά γνωρίσματα για όλα τα περιβάλλοντα σαβάνας είναι οι μεγάλες διακυμάνσεις στη βροχόπτωση από έτος σε έτος και οι πυρκαγιές κατά τη διάρκεια της ξηρής εποχής. Στην Αμερική η βλάστηση σαβάνας είναι παρόμοια από το Μεξικό μέχρι τη Νότια Αμερική και την Καραϊβική.
Απειλές
Οι σαβάνες καίγονται κατά διαστήματα από πυρκαγιές και το οικοσύστημά τους εδώ και χιλιάδες χρόνια φαίνεται να διαμορφώνεται από τη χρήση της φωτιάς από τον άνθρωπο. Π.χ. οι Ινδιάνοι των ΗΠΑ δημιούργησαν τις προκολομβιανές σαβάνες της Βόρειας Αμερικής καίγοντας κατά περιόδους περιοχές όπου σήμερα τα φυτά με ανθεκτικούς στη φωτιά σπόρους αποτελούν τα κυρίαρχα είδη: Εκτάσεις με αραιά πεύκα διάσπαρτες από το Νιου Τζέρσεϊ μέχρι την παραλιακή Νέα Αγγλία είναι υπολείμματα τέτοιων σαβανών. Οι φωτιές που άναβαν οι ιθαγενείς φαίνεται πως είναι υπεύθυνες για την ευρεία εξάπλωση της σαβάνας στην τροπική Αυστραλία και τη Νέα Γουινέα, το ίδιο και οι σαβάνες στην Ινδία είναι αποτέλεσμα της χρήσεως φωτιάς από τους εντόπιους πληθυσμούς.Οι θαμνότοποι μακί των μεσογειακών χωρών οφείλονται επίσης στις ανθρωπογενείς πυρκαγιές.
Οι πυρκαγιές αυτές περιορίζονται συνήθως στην ποώδη βλάστηση και μικρές μακροπρόθεσμες ζημιές μόνο προκαλούν στα ώριμα δένδρα. Καίνε όμως τα νεογέννητα δεντράκια, αποτρέποντας έτσι τη δημιουργία ενός δάσους, η σκιά του οποίου θα περιόριζε την ανάπτυξη της χλόης. Η καύση από τους Αβοριγίνες δημιούργησε μία ποικιλία βιοτόπων που πιθανώς αύξησε τη βιοποικιλότητα και μετέβαλε τη δομή των δασικών εκτάσεων και τη γεωγραφική κατανομή πολλών δασικών ειδών. Πολλοί συγγραφείς έχουν υποστηρίξει ότι με την αλλαγή στη συχνότητα, την έκταση ή και με την παύση των παραδοσιακών αυτών εμπρησμών, πολλές σαβάνες αντικαθίστανται από δάση και πυκνούς ξυλώδεις θαμνότοπους, με τη συνακόλουθη μείωση των ποωδών φυτών.
Η κατανάλωση της χλόης από εισαγόμενα φυτοφάγα ζώα σε σαβάνες έχει οδηγήσει σε μείωση της καύσιμης ύλης στο έδαφος που τροφοδοτεί τις φωτιές και συνακόλουθα σε λιγότερες και ηπιότερες πυρκαγιές.. Η εισαγωγή ξένων ψυχανθών για τη βόσκηση των ζώων οδήγησε επίσης σε μείωση της ανάγκης του ανάμματος πυρκαγιών για την ανανέωση του χόρτου, καθώς τα ψυχανθή συντηρούν υψηλά επίπεδα θρεπτικών ουσιών στο έδαφος σε όλο το έτος, ενώ καταστρέφονται από τη φωτιά.
Βόσκηση
Οι «κλειστοί τύποι» δασών, όπως τα δάση φυλλοβόλων και τα τροπικά δάση βροχής, σπάνια δέχονται βόσκηση, καθώς αποτρέπουν την ανάπτυξη χλόης. Αντιθέτως, η ανοικτή δομή της σαβάνας την επιτρέπει, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιείται συχνά για τη βόσκηση εξημερωμένων ζώων (αιγοπροβάτων και βοοειδών) και έτσι οι περισσότερες σαβάνες στον κόσμο έχουν υποστεί αλλαγές από τη χρήση αυτή, που κυμαίνονται από αλλαγές στη σύσταση του βοσκότοπου μέχρι τη διείσδυση ανθεκτικών ξυλωδών άγριων φυτών. Οι αλλαγές στη σύνθεση της χλωρίδας μιας σαβάνας από τη βόσκηση μπορούν να μεταβάλουν τη λειτουργία του οικοσυστήματος και μεγιστοποιούνται από την υπερβόσκηση και την κακή διαχείριση της γης.
Ο υπερβολικός αριθμός εισαγόμενων φυτοφάγων ζώων μπορεί επίσης να επηρεάσει την κατάσταση του εδάφους εξαιτίας της φυσικής συμπιέσεως και διασπάσεως του εδάφους από τις οπλές τους, αλλά και εξαιτίας των διαβρωτικών αποτελεσμάτων που έχει η αφαίρεση του προστατευτικού στρώματος φυτών[16]. Οι συνέπειες από την υπερβόσκηση είναι συνήθως χειρότερες σε εδάφη μικρής γονιμότητας και σε περιοχές με μικρές μέσες ετήσιες βροχοπτώσεις, κάτω από 500 mm, καθώς τα περισσότερα θρεπτικά συστατικά από το έδαφος σε αυτές τις εκτάσεις τείνουν να είναι συγκεντρωμένα στην επιφάνεια, ώστε η παραμικρή μετατόπιση του εδάφους μπορεί να οδηγήσει σε δραματική υποβάθμιση.
Κοπή των δένδρων
Μεγάλες περιοχές σαβάνας στην Αυστραλία και τη Ν. Αμερική έχουν εκκαθαριστεί από τα δένδρα τους, μία δράση που συνεχίζεται και σήμερα. Για παράδειγμα, μέχρι πρόσφατα 4,8 εκατομμύρια στρέμματα σαβάνας καθαρίζονταν κάθε χρόνο μόνο στην Αυστραλία, με στόχο κυρίως τη βελτίωση της παραγωγικότητάς τους ως βοσκοτόπων.
Η κοπή των δένδρων από μία σαβάνα καταργεί τον ανταγωνισμό από αυτά για το λιγοστό νερό και μπορεί να οδηγήσει σε διπλασιασμό έως και τετραπλασιασμό στην παραγωγή του βοσκότοπου, αλλά και να βελτιώσει την ποιότητα της διαθέσιμης τροφής, με αποτέλεσμα σημαντικά οικονομικά οφέλη. Εξάλλου, οι περιοχές με πυκνή κάλυψη από δένδρα και ψηλούς θάμνους φιλοξενούν σαρκοφάγα ζώα, κάτι που σημαίνει απώλειες των εκτρεφομένων ζώων που βόσκουν ελεύθερα, ιδίως στις χώρες του τρίτου κόσμου.
Αρκετές τεχνικές έχουν εφαρμοσθεί για την εκκαθάριση τον ξυλωδών φυτών σε σαβάνες. Οι πρώτοι κτηνοτρόφοι τα έκοβαν ή τους αφαιρούσαν κομμάτια του φλοιού ώστε να ξεραθούν. Τη δεκαετία του 1950 αναπτύχθηκαν «δενδροκτόνα» φάρμακα κατάλληλα για έγχυση με ένεση, ενώ και τα περισσευούμενα βαρέα μηχανήματα από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που αποκτήθηκαν εύκολα από τους κτηματίες, προκάλεσαν ένα κύμα εκκαθαρίσεων δένδρων στις σαβάνες.
Εν πολλοίς το «τεχνητό» καθάρισμα μιμείται ως προς τα αποτελέσματά του τη φωτιά. Συχνά πάντως αφήνει σε πολλές σαβάνες σημαντικό ποσοστό ξυλωδών φυτών ζωντανό.
Εξωτικά φυτικά είδη
Ξενόφερτα είδη φυτών έχουν εισαχθεί στις σαβάνες ολόκληρου του κόσμου. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονται σοβαρά «ζιζάνια» με ξυλώδη βλαστό, όπως η ακανθώδης ακακία (Acacia nilotica), η κομμιοφόρος κληματίδα (Cryptostegia grandiflora), η προσωπίς, η λαντάνα και η φραγκοσυκιά. Πολλές πόες έχουν επίσης εισαχθεί, είτε σκόπιμα, είτε τυχαία, όπως το γένος Chloris και τα είδη Cenchrus ciliaris, Sporobolus pyramidalis, Parthenium hysterophorus, καθώς και ψυχανθή. Αυτές οι εισβολές έχουν το δυναμικό να μεταβάλουν σημαντικά τη δομή και τη σύσταση μιας σαβάνας οπουδήποτε, και το έχουν ήδη κάνει σε πολλές περιοχές με διάφορους τρόπους, όπως με τη μεταβολή των επιδράσεων των πυρκαγιών, την αύξηση των πιέσεων που ασκεί η βόσκηση, τον ανταγωνισμό με την ενδημική βλάστηση και την κατάληψη πρώην κενών οικολογικών θώκων[. Κάποια άλλα χαρακτηριστικά φυτά είναι οι κάκτοι και το δενδρολίβανο.
Κλιματική αλλαγή
Υπάρχει η πιθανότητα ότι το επαγόμενο από τον ανθρώπινο πολιτισμό φαινόμενο του θερμοκηπίου θα μεταβάλει τη δομή και τη λειτουργία των σαβανών ως οικοσυστημάτων. Ορισμένοι επιστήμονες έχουν υποστηρίξει ότι οι σαβάνες και οι λειμώνες ίσως να καταστούν περισσότερο επιρρεπή στην εισβολή ξυλωδών φυτών εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής. Από την άλλη, περιγράφεται μία περίπτωση όπου η σαβάνα επεκτάθηκε σε βάρος του δάσους ως αποτέλεσμα κλιματικής μεταβολής, ενώ υπάρχει δυναμικό για παρόμοιες ταχείες, δραματικές μετατοπίσεις στην κατανομή που παρουσιάζει η βλάστηση ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας θερμάνσεως .
Οικοπεριοχές της σαβάνας
Οι οικοπεριοχές της σαβάνας ανήκουν σε αρκετούς διαφορετικούς τύπους:
• Τροπικές και υποτροπικές σαβάνες, τροπικοί ή υποτροπικοί λειμώνες ή θαμνότοποι. Οι σαβάνες της Αφρικής, όπως το Σερενγκέτι, διάσημο για τα άγρια ζώα του, είναι χαρακτηριστικές αυτού του τύπου. Η βραζιλιάνικη σαβάνα (σεράδο) ανήκει επίσης σε αυτή την κατηγορία και διακρίνεται για την εξωτική και ποικιλόμορφη χλωρίδα της.
• Μεσογειακές σαβάνες, σαβάνες σε περιοχές με μεσογειακό κλίμα, δηλαδή με ήπιους και βροχερούς χειμώνες και θερμά, ξηρά καλοκαίρια. Εκτός από τις παράλιες χώρες της Μεσογείου και την Πορτογαλία, μία περιοχή που φιλοξενεί σαβάνες αυτού του τύπου είναι η Καλιφόρνια.
• Πλημμυρικές σαβάνες, σαβάνες που πλημμυρίζουν εποχικά ή και όλο τον χρόνο. Και αυτές συναντώνται κυρίως στην τροπική ή υποτροπική ζώνη.
• Ορεινές σαβάνες, σαβάνες σε κάπως μεγάλο υψόμετρο, απαντώμενες σε λίγους τόπους γύρω από τις υψηλές ορεινές περιοχές της Γης, αλλά και στην Ανγκόλα.
Πηγή: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ)
https://www.youtube.com/watch?v=Sn2G8buWw_I
ε/ Η έρημος
Η έρημος είναι γεωλογικός σχηματισμός και οικοσύστημα που δέχεται πολύ λίγες βροχοπτώσεις (υετούς). Ως έρημοι ορίζονται οι περιοχές που δέχονται κατά μέσο όρο λιγότερα από 250 χιλιοστά υετού ετησίως ή περιοχές όπου το νερό που χάνεται στο έδαφος είναι περισσότερο από το νερό που πέφτει από τους υετούς[3]. Στην κλιματική ταξινόμηση Κέππεν (Köppen climate classification system) οι έρημοι κατατάσσονται ως BWh (θερμές έρημοι) ή BWk (ήπιες έρημοι). Στην κλιματική κατάταξη Θορνθγουάιτ (Thornthwaite climate classification system) οι έρημοι κατατάσσονται ως ξηρά μεγαθερμικά κλίματα.
Οι έρημοι καταλαμβάνουν το ένα τρίτο της εδαφικής επιφάνειας της Γης[.. Οι θερμές έρημοι έχουν συνήθως μεγάλο ημερήσιο και περιοδικό εύρος θερμοκρασιών, με υψηλές θερμοκρασίες κατά τη διάρκεια της ημέρας και χαμηλές κατά τη διάρκεια της νύχτας, λόγω των εξαιρετικά χαμηλών ποσοστών υγρασίας. Στις θερμές ερήμους η θερμοκρασία αγγίζει τους 45 °C ή και υψηλότερα κατά τη διάρκεια της ημέρας το καλοκαίρι, και πέφτει ως και τους 0 °C βαθμούς ή και χαμηλότερα το χειμώνα. Το νερό παγιδεύει την υπέρυθρη ακτινοβολία τόσο από τον Ήλιο όσο και από το έδαφος, και ο ξηρός αέρας της ερήμου είναι αδύνατο να εμποδίσει την ηλιοφάνεια κατά τη διάρκεια της μέρας ή να παγιδεύει τη θερμότητα κατά τη διάρκεια της νύχτας. Έτσι κατά τη διάρκεια της ημέρας το μεγαλύτερο ποσοστό της ηλιακής θερμότητας φτάνει στο έδαφος, ενώ μόλις ο Ήλιος δύσει η έρημος ψύχεται γρήγορα, αποβάλλοντας τη ζέστη προς το διάστημα.
Οι έρημοι αποτελούνται συχνά από αμμώδη και πετρώδη εδάφη. Οι αμμόλοφοι, που ονομάζονται Εργκ, και οι πετρώδεις επιφάνειες, που ονομάζονται χαμάντα, αποτελούν τη μειοψηφία των εδαφών μιας ερήμου.
Οι ψυχρές έρημοι, που είναι επίσης γνωστές ως πολικές έρημοι, έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά με τις θερμές, με μόνη διαφορά ότι η κύρια μορφή υενούς είναι το χιόνι αντί της βροχής. Η Ανταρκτική είναι η μεγαλύτερη ψυχρή έρημος του κόσμου και γενικότερα η μεγαλύτερη έρημος. Αποτελείται από 98% παχύ πάγο και μόλις 2% από βραχώδη εδάφη.
Η μεγαλύτερη θερμή έρημος είναι η έρημος Σαχάρα.
Οι έρημοι αρκετές φορές περιέχουν συγκεντρώσεις πολύτιμων μεταλλευμάτων, τα οποία δημιουργούνται από το ξηρό περιβάλλον. Λόγω της μεγάλης και συνεχούς ξηρότητας, κάποιες έρημοι είναι ιδανικές για τη φυσική διατήρηση απολιθωμάτων και τέχνεργων.
Οι έρημοι βρίσκονται σε περιοχές με ελάχιστη (μικρότερη από 25 εκατοστά ετησίως) και μη ομοιόμορφα κατανεμημένη στη διάρκεια του έτους βροχόπτωση. Οι υψηλές θερμοκρασίες στη διάρκεια της ημέρας και οι χαμηλές τις νύχτες σε συνδυασμό με τις μεγάλες περιόδους ανομβρίας αποτρέπουν την ανάπτυξη πλούσιας βλάστησης. Στις ερήμους η πρωτογενής παραγωγή στηρίζεται σε κάποια αλόφυτα, παχύφυτα (κάκτοι) και σε μερικά ετήσια μικρά φυτά που αναπαράγονται στη σύντομη περίοδο του έτους που το διαθέσιμο νερό επαρκεί Ανάμεσα στις προσαρμογές των φυτών της ερήμου στην ξηρασία είναι η φυλλόπτωση, ο σχηματισμός μικρών και παχύδερμων φύλλων και το εκτεταμένο ριζικό σύστημα στο οποίο αποθηκεύονται σημαντικές ποσότητες νερού σε περιόδους που αυτό είναι διαθέσιμο. Στις ερήμους τα ζωικά είδη αντιπροσωπεύονται από λίγα μεγάλα σπονδυλόζωα όπως η αντιλόπη, άφθονα τρωκτικά που ζουν σε τρύπες μέσα στο έδαφος, πτηνά όπως η στρουθοκάμηλος και διάφορα είδη εντόμων. Τα ζώα της ερήμου, επιβιώνοντας σε συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών και ξηρασίας, έχουν αναπτύξει πολυάριθμες προσαρμογές (μείωση της εφίδρωσης, περιορισμένη κατανάλωση του ελεύθερου νερού, κατανάλωση τροφών μεγάλης περιεκτικότητας σε νερό, αποφυγή της έκθεσης τους στον ήλιο - ανάπτυξη νυκτόβιας δραστηριότητας κ.λπ.).(ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ)
Οι ερημικές περιοχές καταλαμβάνουν το ένα τρίτο της επιφάνειας της Γης και βρίσκονται σε όλες τις ηπείρους. Η μεγαλύτερη έρημος του κόσμου είναι η Σαχάρα στην Αφρική, ενώ αρκετά μεγάλη είναι και η έρημος Γκόμπι στην Ασία. Οι έρημοι είναι εκτάσεις γης αμμώδεις ή βραχώδεις. Το ανάγλυφό τους μπορεί να περιλαμβάνει οροσειρές, οροπέδια, κορυφές ηφαιστείων, πεδιάδες ή και αποξηραμένες λίμνες. Είναι περιοχές που δέχονται πολύ λίγες βροχοπτώσεις, οι οποίες καθορίζουν τη χλωρίδα και την πανίδα. Έχουν επομένως αραιή ή και καθόλου βλάστηση.
Στις ερήμους μπορούμε να συναντήσουμε περιοχές, όπου υπάρχει νερό και βλάστηση και λέγονται οάσεις. Χαρακτηριστικό φυτό της όασης στην έρημο Σαχάρα είναι η χουρμαδιά, η οποία για να εξασφαλίσει την απαραίτητη υγρασία αναπτύσσει βαθιές ρίζες που φτάνουν και τα 30 μέτρα βάθους. Οι κάτοικοι της ερήμου παίρνουν από τη χουρμαδιά τους καρπούς και τα φύλλα της. Τα γέρικα δέντρα, όταν τα κόβουν, τα αξιοποιούν για την κατασκευή των σπιτιών τους. Τα ζώα της ερήμου είναι πολύ λίγα και έχουν μέτριες απαιτήσεις σε νερό. Συναντάμε έντομα και ερπετά, που κρύβονται στην άμμο και βγαίνουν τη νύχτα για να αναζητήσουν τροφή.
Στις ερήμους επικρατούν ακραίες συνθήκες διαβίωσης. Η διαφορά της θερμοκρασίας ανάμεσα στην ημέρα και τη νύχτα είναι πάρα πολύ μεγάλη. Στη Σαχάρα η θερμοκρασία την ημέρα ανέρχεται στους 70ο Κελσίου, ενώ τη νύχτα πέφτει πολλές φορές στους 0ο Κελσίου.
Η ζωή στην έρημο
Οι φυλές που ζουν στις ερήμους συγκεντρώνονται στις οάσεις και ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Οι κτηνοτρόφοι είναι νομάδες, εκτρέφουν καμήλες και αιγοπρόβατα. Από τα ζώα αυτά παίρνουν το γάλα, το κρέας, το δέρμα και το μαλλί. Φορούν φαρδιά ανοικτόχρωμα ενδύματα, για να προστατεύονται από τη ζέστη. Οι γεωργοί κατοικούν σε σπίτια κατασκευασμένα από φοινικόκλαδα και καλλιεργούν σιτηρά και διάφορα λαχανικά.
Οι κάτοικοι που ζουν σε αυτές τις περιοχές ( Βεδουίνοι) είναι σχετικά λίγοι και παραδοσιακά ήταν νομάδες, δηλαδή γυρίζουν από τόπο σε τόπο για να βοσκήσουν τα κοπάδια τους.(καμήλες και αιγοπρόβατα.
Είναι Άραβες νομάδες των ερήμων της Συρίας, της Αραβίας και της Βόρειας Αφρικής.
Η ονομασία αποτελεί παραφθορά της αραβικής λέξης «μπεντάουι» που σημαίνει «κάτοικος της υπαίθρου».
Οι Βεδουίνοι προέρχονται από τη βόρεια Αραβία. Οι Έλληνες τους ονόμαζαν και Σκηνίτες.
Μιλούν την αραβική γλώσσα με χαρακτηριστικά σκληρή προφορά.
Είναι μουσουλμάνοι και οι κληρικοί τους λέγονται «μαραμπού». Ο ισλαμισμός τους είναι ιδιόμορφος. Δεν προσεύχονται πέντε φορές την ημέρα και γενικά αγνοούν το Κοράνι. Ακόμα, δεν κάνουν διάκριση μεταξύ «καθαρών» και «ακάθαρτων» τροφών σύμφωνα με το Ισλάμ.
Χωρίζονται σε πολλές φυλές και οι φύλαρχοί τους ονομάζονται σεΐχηδες.
Θεωρούνταν πάντα εξαίρετοι πολεμιστές. Ως τον α΄ παγκόσμιο πόλεμο πολλά από τα εδάφη στα οποία κατοικούσαν ήταν επαρχίες της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά ακόμα και οι πασάδες του σουλτάνου πλήρωναν φόρο σ’ αυτούς για να μπορούν να είναι ασφαλείς.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)









































































