Εσωτερικά ύδατα- Λίμνες και ποτάμια
ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΛΙΜΝΩΝ ΚΑΙ ΠΟΤΑΜΩΝ
Η προέλευση, η κατανομή και ο σχηματισμός των φυσικών οδών επιφανειακής μεταφοράς και αποθήκευσης του νερού και των κάθε είδους υδατοσυλλογών σε οποιαδήποτε λεκάνη απορροής, είναι το αποτέλεσμα κλιματικών, γεωλογικών, γεωμορφολογικών παραγόντων αλλά και ανθρωπογενών δραστηριοτήτων. Ειδικότερα, η δημιουργία των επιφανειακών υδατοσυλλογών στην ενδοχώρα μιας περιοχής οφείλεται κυρίως σε γεωλογικές διεργασίες, στη δράση παγετώνων, στη δράση ηφαιστείων, σεισμών και στη διαβρωτική δράση του νερού. Έτσι, ανάλογα με τον τρόπο δημιουργίας των λεκανών των λιμνών ταξινομούνται σε διάφορες κατηγορίες που αναφέρονται πιο κάτω. Η διαμόρφωση ενός ποταμού πραγματοποιείται συνήθως με δύο τρόπους: ο πρώτος αφορά στα νερά της βροχής τα οποία πέφτοντας στην επιφάνεια της ξηράς μετακινούνται προς χαμηλότερα υψόμετρα δημιουργώντας την κοίτη του ποταμού. Ο δεύτερος τρόπος αφορά σε υπόγεια νερά τα οποία εκβάλλουν στην επιφάνεια της γης από σημεία που ονομάζουμε πηγές, από τις οποίες κυλούν σε χαμηλότερα υψόμετρα, σχηματίζοντας το ποτάμι. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα βρόχινα ή τα πηγαία νερά σχηματίζουν τα πρώτα ρυάκια, τα πρωταρχικά ρεύματα, τα οποία όσο κατεβαίνουν προς χαμηλότερα υψόμετρα συνενώνονται σχηματίζοντας το κύριο τμήμα του ποταμού. Συνήθως τα ποτάμια στις ορεινές περιοχές είναι ορμητικά λόγω του απότομου υψομέτρου και η ταχύτητα που αναπτύσσει το νερό έχει σαν αποτέλεσμα να έχει αυτό μεγάλη διαβρωτική δύναμη. Λόγω της διάβρωσης του εδάφους, τα ποτάμια μεταφέρουν σε όλο το μήκος τους φερτά υλικά, τα οποία ανάλογα με το μέγεθός τους μπορούν να μεταφέρονται σε μεγάλες αποστάσεις και να φτάνουν έτσι μέχρι τις εκβολές του ποταμού. Αυτά τα φερτά υλικά μπορεί καθώς μεταφέρονται και συσσωρεύονται, να μεταβάλλουν την τοπογραφία του ποταμού, και είναι δυνατό να δημιουργήσουν λίμνες ή να αλλάξουν τη μορφή, την έκταση και το σχήμα τους.
Η σημασία των εσωτερικών υδάτων
Τα εσωτερικά ύδατα λειτουργούν ως αποθήκες νερού και συμμετέχουν στον κύκλο του νερού. Ο υδρολογικός κύκλος ή κύκλος του νερού περιλαμβάνει τη συνεχή μεταφορά νερού από την ατμόσφαιρα στην ξηρά και στις υδάτινες μάζες της γης και την επιστροφή του στην ατμόσφαιρα μέσω της εξάτμισης (εικόνα 48). Στα επιφανειακά ύδατα αποταμιεύεται το νερό, ένα ποσοστό του οποίου φιλτράρεται από το έδαφος και καταλήγει στον υπόγειο ορίζοντα. Με το φιλτράρισμα αυτό συγκρατούνται πολλά θρεπτικά συστατικά και ρυπογόνες ουσίες, με αποτέλεσμα τα νερά που φτάνουν στους υδροφορείς να είναι συχνά πιο καθαρά από τα επιφανειακά.
Ο κύκλος του νερού Πηγή: http://kpe-kastor.kas.sch.gr
Μια ακόμα σημαντική λειτουργία των εσωτερικών υδάτων είναι η αντιπλημμυρική τους δράση. Οι πεδιάδες κατάκλυσης των ποταμών και των λιμνών μπορούν να λειτουργήσουν ως μεγάλα “σφουγγάρια” που αποθηκεύουν προσωρινά νερό και το απελευθερώνουν σταδιακά στους υπόγειους υδροφορείς και τις χαμηλότερες περιοχές. Οι παραπόταμοι συγκρατούν το νερό, με αποτέλεσμα να ελαττώνουν την ταχύτητα με την οποία αυτό φτάνει στην κυρίως κοίτη του ποταμού. Αυτό έχει ως συνέπεια τη μείωση του μέγιστου όγκου μιας πλημμυρικής απορροής.
Τα ποτάμια μεταφέρουν ιζηματογενές υλικό από τις πηγές τους στις εκβολές, και με τον τρόπο αυτό αναπληρώνουν το υλικό που χάνεται από τις ακτές λόγω διάβρωσης. Επίσης, τα νερά των ποταμών περιέχουν θρεπτικά συστατικά που μεταφέρονται στα παράκτια οικοσυστήματα και τα καθιστούν ιδιαίτερα εύφορες περιοχές. Η σημασία των ποταμών ως μεταφορείς ιζημάτων μπορεί να γίνει πιο κατανοητή, εάν αναλογιστούμε ότι με την κατασκευή του φράγματος του Ασουάν μειώθηκαν οι φερτές ύλες στο Δέλτα του Νείλου κατά 95%, με αποτέλεσμα η διάβρωση από τη θάλασσα να φτάνει τα 100 μ. το χρόνο. Όμως, η υπερβολική συγκέντρωση υλικών στις εκβολές μπορεί να προκαλέσει σταδιακή πλήρωση των ανοιχτών εκτάσεων νερού. Το φαινόμενο αυτό είναι πιο αισθητό στις τεχνητές λίμνες όπου με τα χρόνια παρατηρείται σταδιακή συρρίκνωση του ωφέλιμου όγκου τους. Παρομοίως, η υπερβολική περιεκτικότητα του νερού σε θρεπτικά συστατικά μπορεί να προκαλέσει ευτροφισμό τόσο στα εσωτερικά όσο και στα παράκτια ύδατα. Η παρουσία υδρόβιας βλάστησης βοηθάει στη συγκράτηση της περίσσειας φερτών υλικών και θρεπτικών συστατικών ρυθμίζοντας τις ποσότητες που καταλήγουν στις λίμνες και τη θάλασσα.
Κάποια υγροτοπικά περιβάλλοντα, όπως είναι οι τυρφώδεις εκτάσεις, λειτουργούν και ως ρυθμιστές του κλίματος. Στις εκτάσεις αυτές η αποικοδόμηση οργανικού υλικού είναι μειωμένη λόγω του κορεσμένου εδάφους και της απουσίας οξυγόνου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να απελευθερώνεται λιγότερο διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Η καταστροφή των εκτάσεων αυτών συνεπάγεται την εκπομπή μεγάλων ποσοτήτων διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα και την επιπλέον επιβάρυνση του περιβάλλοντος. Οι εκτάσεις αυτές καταστρέφονται από την αποξήρανση των ελών, την υπερβόσκηση, τις πυρκαγιές και κυρίως από την εξόρυξη του ίδιου του ορυκτού υλικού (τύρφη) ως καύσιμο. Τυρφώδεις εκτάσεις στην Ελλάδα συναντάμε στην Καβάλα, στην Κωπαΐδα, στα Ιωάννινα και στην Κατερίνη.
